Το προφίλ μας στο Google Plus
0

Σνέιλ Μέιλ — Επιστολή #004

Αγαπητοί μου,

  • Ας ξεκινήσουμε από τα τυπικά της εποχής.
  • Καλή σας χρονιά και χρόνια σας πολλά.
  • Πώς περάσατε τις Άγιες (με κεφαλαίο Α) τούτες ημέρες;
  • Εμείς δεν τις έχουμε περάσει ακόμα.
  • Δεν είναι μόνο επειδή τώρα που σας γράφω απέχουμε ακόμα τρεις μέρες για τα Χριστούγεννα.
  • Το κυριότερο είναι ότι στη Βόρειο Κορέα δεν δίνουν και μεγάλη σημασία σε αυτές τις εορτές της μπουρζουαζίας, οπότε από εδώ που σας γράφω, καθισμένος στο περιστρεφόμενο εστιατόριο του τεσσαρακοστού πέμπτου ορόφου του βόρειου πύργου του Κόρυο, δεν μπορώ να δω ούτε ένα χριστουγεννιάτικο λαμπάκι, ούτε έναν αγιοβασίλη.
  • Δεν αμφιβάλω ούτε στιγμή, βεβαίως, ότι γνωρίζετε πως το περιστρεφόμενο εστιατόριο αποτελεί την μεγαλύτερη ατραξιόν του Κόρυο, και ότι το Κόρυο είναι το μεγαλύτερο και πιο πολυτελές ξενοδοχείο στην Πιόνγκ-Γιανγκ.
  • Ειδικά αυτή την εβδομάδα, ωστόσο, το περιστρεφόμενο εστιατόριο δεν περιστρέφεται. Λόγω πένθους όπως μου λέει ο συνοδός / ξεναγός που με (παρ)ακολουθεί σε κάθε μου βήμα.
  • Η θέα προς την πόλη είναι εντυπωσιακή, και αν δεν είχε συννεφιά είμαι σίγουρος ότι θα φαινόντουσαν μέχρι και τα βουνά έξω από την πόλη, προς τα ανατολικά.
  • Πάντως κάτι λιβάδια τα βλέπω, εκεί πιο κάτω από τους ουρανοξύστες. Άραγε να έχουν και πρόβατα;
  • Ρωτάω τον οδηγό, και του δείχνω.
  • «Υποθέτω ότι ναι» είναι η απάντηση. «Θα πάμε αύριο να βγάλετε φωτογραφίες αν θέλετε.»
  • Θέλω.
  • «Κανονικά τον Δεκέμβρη ο καιρός είναι αίθριος και παγωμένος», συνέχισε να μου εξηγεί.
  • «Χαρακτηρίζεται από τους δυνατούς σιβηρικούς ανέμους. Αλλά αυτές τις μέρες η φύση θρηνεί.»
  • «Ναι», συγκατανεύει η λεπτοκαμωμένη φρουρός της επανάστασης που ακουμπάει μπροστά μας τον δίσκο με τις δύο μικρές τσαγιέρες. «Ακόμα και τα σύννεφα συμμετέχουν στην θλίψη της χώρας για τον θάνατο του Αγαπητού Ηγέτη, Κιμ Γιονγκ-Ιλ»
  • Δεν ξέρω για τα σύννεφα, ο άνεμος πάντως θερίζει, σκέφτομαι εγώ κοιτώντας έξω.
  • Όπως με έχουν συμβουλέψει, έχω παραγγείλει ρωσικό τσάι. Το ίδιο και ο συνοδός / φρουρός μου.
  • Τον βλέπω που με στραβοκοιτάει ενώ χτυπάω τα πλήκτρα στην γραφομηχανή της Κυρίας Καίτης, αλλά δεν λέει τίποτα. Τον καθησυχάζει, ίσως, ότι η γραφομηχανή δεν έχει Internet.
  • . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
  • (Αυτό το πάτησα επίτηδες τώρα για να δω την αντίδρασή του.)
  • Τέλος πάντων. Ούτε ίντερνετ ελεύθερης πρόσβασης έχουμε εδώ, ούτε φέισμπουκ.
  • Tην επιστολή θα την φέρω πίσω στην Ελλάδα εγώ ο ίδιος. Αν περίμενα να την λάβετε ταχυδρομικά θα φτάναμε καλή Σαρακοστή.
  • Πάντως γι’ αυτό σας ρώτησα στην αρχή πώς τα περάσατε τις Άγιες τούτες μέρες.
  • Πώς ήταν η γαλοπούλα;
  • Εδώ που τα λέμε, βέβαια, ποια γαλοπούλα; Πού να βρεις γαλοπούλα στην Πιονγκ-Γιανγκ; Η κουζίνα στα πέντε εστιατόρια του Κόρυο είναι μεν «διεθνής», αλλά γαλοπούλα δεν προσφέρει.
  • Ίσως λόγω πένθους.
  • Αλλά και στην Ελλάδα, πού λεφτά για γαλοπούλα; Για τέτοια έξοδα είναι ο κόσμος τώρα; Κοτοπούλα κι άγιος ο θεός.
  • Πενία τέχνας κατεργάζεται.
  • Στο σπίτι μας πάντως ακόμα κι η κοτοπούλα παιζόταν. Έτυχε ν’ ακούσω προχτές, φτιάχνοντας την βαλίτσα μου, μια συζήτηση μεταξύ Κυρίας Καίτης και μητέρας εξαδέλφης. Σκεφτόντουσαν να μαγειρέψουν για τα Χριστούγεννα χάρντκορ ινδικό βετζετέριαν.
  • Αυτό με θορύβησε, όπως καταλαβαίνετε. Τους μίλησα με αποφασιστικότητα.
  • «Ινδικό; Βετζετέριαν; Χάρντκορ; Για τα Χριστούγεννα; Τι δηλαδή, θα αφήσουμε να μας συλήσουν τα ιερά και όσια του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού; Ποιοι είπατε; Οι Ινδοί; Όχι κύριοι! Το αίμα νερό δεν γίνεται. Από την ελληνιστική κιόλας εποχή, χριστουγεννιάτικο τραπέζι δεν υπήρχε χωρίς ντοματοσαλάτα και γαλοπούλα με πατάτες. Το διαβάζεις σε όλα τα γραπτά των Αγίων Πατέρων. Εμείς το δώσαμε στην ανθρωπότητα, κι αυτό, όπως τόσα και τόσα άλλα πράγματα: Το χριστουγεννιάτικο δέντρο· το δώρο των χριστουγέννων· τον αγιοβασίλη με τα δώρα· τα κάλαντα· τις ελληνικές καλένδες… Δεν θα μας έρχεται ο πάσα ένας τώρα να μας αλλάζει τις παραδόσεις με το ζόρι, επειδή, τάχα μου, χρωστάμε. Κατ’ αρχάς ποιος χρωστάει. Αυτοί μας χρωστάνε πρώτοι. Να μας τα δώσουν αμέσως πίσω. Ένα τρισεκατομμύριο μας χρωστάνε. Όχι όχι, ούτε καν ένα. Χίλια. Να μας τα δώσουν πίσω. Τώρα αμέσως.»
  • Αυτές ήταν οι κουβέντες που τους είχα πει.
  • Η μητέρα της εξαδέλφης είχε κοιτάξει ανήσυχα την Κυρία Καίτη, και η Κυρία Καίτη είχε κοιτάξει ανήσυχα το ρολόι της και την εξώπορτα.
  • Ξαναρχίσαν την κουβέντα τους σαν να μην είχαν σταματήσει ούτε στιγμή. «Και στα μελομακάρουνα τι άλλο βάζεις εκτός από ξύσμα πορτοκαλιού;» άκουσα την Κυρία Καίτη να ρωτάει. «Βάζεις τζίντζερ; Κονιάκ; Τι άλλο;»
  • «Γκουγκλ ιτ», τους είπα τελικά, και συνέχισα να φτιάχνω τη βαλίτσα.
  • Πηγαίνοντας, αργότερα, προς το αεροδρόμιο αναρωτιόμουν γιατί υποχώρησαν έτσι γρήγορα. Σχεδόν ατάκτως θα έλεγα. Ίσως είχαν ανησυχήσει που είδαν την γυαλάδα στο βλέμμα μου.
  • Μπορεί, βέβαια, να ανησυχούσαν απλώς για το ταξίδι μου στην Βόρειο Κορέα.
  • Να πω την αλήθεια, εγώ από μόνος μου δεν το αποφάσιζα να έρθω τόσο μακριά Χριστουγεννιάτικα. Αλλά μου το ζήτησε μέσω ανιψιού ο Κύριος Εκδότης, και πώς να αρνηθώ τέτοια τιμή; Του είχε αρέσει, από ό,τι καταλαβαίνω, το αφιέρωμα που είχα ετοιμάσει προ διετίας σχεδόν στο Πουλγκούν Μπυόλ, το «συντροφικό Linux από Βόρειο Κορέα» κατά την έκφραση του ανιψιού, και μου πρότεινε να επανέλθω στο θέμα.
  • Το καινούργιο μου αφιέρωμα θα το βρείτε σε άλλες σελίδες του περιοδικού. Ελπίζω να σας αρέσει.
  • Πέρασαν κιόλας δύο χρόνια. Απίστευτο μου φαίνεται.
  • Όπως απίστευτο μου φαίνεται να είμαι καθισμένος στον 45ο όροφο του Κόρυο, να πίνω ρωσικό τσάι και να βλέπω στο βάθος, πέρα από τον ποταμό, την σιλουέτα του Πύργου Τζού-τσε με την πύρινη φλόγα της επανάστασης.
  • Είναι φοβερό αυτό το πράγμα με το πώς περνάει ο χρόνος.
  • Όλα μοιάζουν τόσο επείγοντα στην αρχή, και τόσο μάταια και μικρά στο τέλος.
  • Πάρτε την έκτη δόση, ας πούμε. Αφού μας είχανε για τόσους μήνες στην κόψη του ξυραφιού (Τώρα την παίρνουμε, τώρα δεν την παίρνουμε, τώρα δεν μας την δίνουνε, τώρα δεν την θέλουμε, τώρα δεν υπογράφουμε, έλα καλέ πλάκα κάναμε, πώς και δεν την θέλουμε, τι δεν μας την δίνουνε; Και ούτω καθεξής), με το που την πήραμε, τελικά, το θέμα ξεχάστηκε. Αρχίσανε πάλι να μιλάνε για το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, για τα έκτακτα μέτρα της Τροχαίας για την εορταστική περίοδο, για τις πόλεις που αδειάζουν από τους τελευταίους εκδρομείς, για τα ακραία καιρικά φαινόμενα και τα απαγορευτικά απόπλου, για τις μονάδες που σκαρφαλώνει το χρηματιστήριο και πάει λέγοντας.
  • Ολική επαναφορά.
  • Τελικά, τώρα που το σκέφτομαι, έχει κάτι το καθησυχαστικό να είσαι στην Ελλάδα.
  • Λέτε να έχουν και στρουθοκαμήλους στο λιβάδι;
  • Θα βγάλω φωτογραφίες και θα σας στείλω.
  • Ες αύριον τα σπουδαία, αγαπητοί μου.

Σας ασπάζομαι,
Θείος Ακάκιος

Leave a Reply

You must be logged in to post a comment.

Σύνδεση

Αρχείο δημοσιεύσεων