Το προφίλ μας στο Google Plus
0

Σνέιλ Μέιλ — Επιστολή #011

Αγαπητοί μου,

  • Σας γράφω από Απροσδιόριστη Τοποθεσία (ΤΜ) στο ΒορειοΔυτικό Λονδίνο. Δεν έχω ιδέα πού βρίσκομαι. Ξέρω μόνο ότι βρέχει, και ότι έχει μια στάση λεωφορείου απέναντι. Ήρθα χτες βράδυ, έχοντας πάρει, με το που κατέβηκα από το αεροπλάνο, ένα τρένο, ένα λεωφορείο, ένα μετρό, ένα δεύτερο μετρό, και ένα ακόμα λεωφορείο, το οποίο τελικά με άφησε στην στάση απέναντι.
  • Η διαδρομή ήταν τόσο πολύπλοκη, που μετά από λίγο έχασα τον λογαριασμό και έπαψα να την παρακολουθώ. Ήξερα μόνο την γενική κατεύθυνση.
  • Τώρα βρίσκομαι καθισμένος σε ένα σκαμπό, μπροστά από ένα τραπεζάκι για φορητό υπολογιστή. Πάνω στο τραπεζάκι είναι η γραφομηχανή, χωρίς την οποία, φυσικά, δεν πηγαίνω πλέον πουθενά.
  • Ταλαιπωρήθηκα βέβαια λίγο να τη φέρω, καθώς ούτε για χειραποσκευή μπορούσε να περάσει, ούτε με λάπτοπ έμοιαζε, ούτε χωρούσε στην κανονική μου βαλίτσα. Δεν το μετανοιώνω όμως.
  • Έχουμε ανέβει στη Γηραιά Αλβιώνα οικογενειακώς, ο καθένας για τους δικούς του λόγους — ένας εκ των οποίων είναι να επισκεφθούμε τον ανιψιό.
  • Τον κακομοίρη τον ανιψιό, δεν ξέρω πώς τα κατάφερε έτσι, και φέτος δεν μπορούσε να αφήσει τις δουλειές του με τίποτα. Είχε ξεμείνει στο Λονδίνο να μουλιάζει από τη βροχή που, όπως μας λέει, άρχισε τον Μάιο και έκτοτε δεν λέει να σταματήσει.
  • Το διαπιστώνω κι εγώ. Τώρα βρέχει και η θερμοκρασία περιβάλλοντος, Ιούλιο μήνα, είναι 14 βαθμοί.
  • Την ιδέα για Λονδίνο την έριξε η Μαιρούλα. «Θα πάω να δω τους Ολυμπιακούς», μας ανακοίνωσε περιχαρής τις προάλλες, ενώ ήμασταν καθισμένοι στο τραπέζι και περιμέναμε να σερβιριστούμε παϊδάκια τζαλφρέζι με ρύζι μπασμάτι, φύλλα κάρυ και κουρκουμά.
  • «Τι έγινε;», την κορόιδεψα (καλόκαρδα) εγώ, «Μας τελείωσε ο Όλυμπος, και πιάσαμε τους Ολυμπιακούς;»
  • «Μην είσαι είρων», ακούστηκε από την κουζίνα η μητέρα της εξαδέλφης, που είναι Ινδουίστρια. «Για πολλούς οι Ολυμπιακοί είναι η σημαντικότερη διεθνής αθλητική διοργάνωση.»
  • «Κοιτάχτε…», της απάντησα εγώ λίγο μουδιασμένα γιατί πείναγα και δεν ήθελα να διακινδυνεύσω τα παϊδάκια τζαλφρέζι με το ρύζι μπασμάτι, τα φύλλα κάρυ και τον κουρκουμά.
  • «Ως διεθνής αθλητική διοργάνωση οι Ολυμπιακοί είναι πράγματι η σημαντικότερη. Αλλά ως εκεί. Πόσο σημαντική δηλαδή μπορεί να είναι μια αθλητική διοργάνωση;»
  • Από την κουζίνα ακουγόταν μόνο ο ήχος της κουτάλας στα πιάτα.
  • «Είναι σαν να μου λέτε ότι το ‘Έγκλημα και Τιμωρία’ είναι η δημοφιλέστερη τουρκική σαπουνόπερα σήμερα», συνέχισα. «You state the facts. Έκαστος στο είδος του, που λέει κι ο Λουμίδης.»
  • «Τι ‘Έγκλημα και Τιμωρία’ καλέ; ‘Έρωτας και Τιμωρία’ είναι!», κορόιδεψε (καλόκαρδα) η Μαιρούλα και γέλασε. Γελάσαμε όλοι.
  • Ήμασταν, όπως βλέπετε, μια χαρούμενη παρέα.
  • Τρώγοντας τα παϊδάκια τζαλφρέζι το αποφασίσαμε σχετικά εύκολα. Εγώ θυμήθηκα ότι και πριν από οχτώ χρόνια πάλι στο Λονδίνο ήμουν, πάλι επί Ολυμπιακών — τότε για να τους αποφύγω• η μητέρα της εξαδέλφης θυμήθηκε ότι είχε ακούσει πως έχει κάτι μαγαζιά με παραδοσιακά σάρι στην Μπρικ Λέιν, και αποφάσισε ότι πολύ θα ήθελε να τα δει• η κυρία Καίτη θα ήθελε, επιτέλους, να δει τι είναι αυτό το Λονδίνο που λένε όλοι• και η εξαδέλφη θα πήγαινε οπουδήποτε για να γλυτώσει από τον καύσωνα, γιατί όχι και στο Λονδίνο; Ένας παραπάνω λόγος, σκέφτηκα εγώ.
  • Βέβαια τώρα που κάθομαι ντυμένος σαν το κρεμμύδι, με κάλτσες, μακρύ παντελόνι, μπλουζάκι, πουκάμισο και κολλεγιακό, και παρόλα αυτά τουρτουρίζω, το ξανασκέφτομαι. Αλλά πλέον είναι αργά.
  • Στο σπίτι επικρατεί ηρεμία. Ακούγεται μόνο η βροχή που χτυπάει τα παράθυρα, και ο άνεμος που σείει τα δέντρα και τους θάμνους στον πίσω κήπο.
  • Summer in the city.
  • Φυσικά δεν σκοπεύω να πάω στους Ολυμπιακούς. Τους είχα αποφύγει προ οκταετίας, και είμαι αποφασισμένος να τους αποφύγω και φέτος.
  • Το Λονδίνο βοηθάει. Δεν ξέρω αν έχετε πάει, αλλά είναι περίεργη πόλη. Εκτός από το Κέντρο, που θυμίζει ένα κανονικό (αν και τεράστιο) κέντρο ευρωπαϊκής πόλης με ποτάμι, το Λονδίνο μοιάζει με τεράστιο απλωμένο χωριό. Παντού χαμηλά σπιτάκια, παντού μικρές κεντρικές πλατείες και/ή μικροί εμπορικοί δρόμοι, και παντού μικρά μαγαζιά (εκτός από τα πολυκαταστήματα και τα σουπερμάρκετ) που πουλάνε φρούτα, λαχανικά, μπαχαρικά, ρούχα, κινητά τηλέφωνα, τηλεκάρτες, εφημερίδες, και κεμπάμπ. Υπάρχουν επίσης καφετέριες, χαμπουργκεράδικα, κουρεία, παμπ (που στην Αγγλία παίζουν το ρόλο των καφενείων), παλαιοπωλεία και στοιχηματάδικα.
  • Και σπιτάκια. Παντού τα ίδια σπιτάκια. Με κήπους.
  • Το έμμεσο πλεονέκτημα όλης αυτής της άπλας είναι ότι στο Λονδίνο η ζωή συνεχίζεται ό,τι και να συμβεί. Μας έλεγε ο ανιψιός ότι η μόνη φορά που σταμάτησαν τα πάντα ήταν την ημέρα των βομβιστικών επιθέσεων τον Ιούλιο του 2005 — και μόνο κατά την μέρα εκείνη. Αμέσως μετά τα πράγματα επέστρεψαν στο κανονικό.
  • Η μόνη άλλη μέρα που το Λονδίνο παραδοσιακώς παραλύει, είναι τα Χριστούγεννα. Δεν υπάρχει καμία απολύτως συγκοινωνία, μόνο ταξί, και όλα τα μαγαζιά είναι κλειστά. Άντε να βρεις κανένα μανάβικο και κανένα ψιλικατζήδικο στις γειτονιές.
  • Και βέβαια δεν κυκλοφορεί κανείς. Όλοι είναι σε κάποιο σπίτι και περνούν τις Άγιες μέρες οικογενειακά. Πιο σωστά: Όλοι *οφείλουν* να είναι σε κάποιο σπίτι. Αν δεν έχεις πού να πάς, καλύτερα να μην το πεις παραέξω γιατί οι άλλοι θα σκεφτούν ότι κάτι πάει στραβά με σένα και θα αρχίσουν να σε αποφεύγουν.
  • Πώς το λένε το φαινόμενο; Αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
  • Διότι αν δεν σε έχουν καλέσει πουθενά, και εσύ δεν το πεις, τότε δεν θα σε καλέσουν ούτε αυτοί που μπορεί και να σε καλούσαν, με αποτέλεσμα και αυτοί να συνηθίσουν στην απουσία σου, και εσύ να συνηθίσεις στην μιζέρια σου. Και άντε μετά να ξεκολλήσεις.
  • Είχα δει μια ταινία, πέρσι, με θέμα ακριβώς αυτό. «Dreams of a Life». Ντοκυμαντέρ ήτανε και μου το είχε συστήσει ο ανιψιός. Φυσικά δεν παίχτηκε στην Ελλάδα• την βρήκα στα τόρεντ.
  • Ήταν για κάποια νεαρή κοπέλα που έμενε μόνη της, κάπου στο Βόρειο Λονδίνο. Πέθανε από παθολογικά αίτια ενώ πακετάριζε δωράκια κάποια χρονιά παραμονές Χριστουγέννων. Έμεινε εκεί, νεκρή, με το ψαλίδι στο χέρι, μπροστά στην αναμμένη τηλεόραση, για τρία χρόνια.
  • Για τρία ολόκληρα χρόνια κανείς δεν την αναζήτησε. Για τρία ολόκληρα χρόνια η τηλεόραση συνέχιζε να παίζει χωρίς κανείς να απορήσει.
  • Όταν άνοιξαν το σπίτι, βρήκανε έναν σκελετό, ένα ψαλίδι, χαρτί περιτυλίγματος, και τα Χριστουγεννιάτικα δωράκια που είχε προλάβει να ετοιμάσει.
  • Το ντοκυμαντέρ προσπαθούσε να ανιχνεύσει πώς έγινε αυτό, πώς έφτασαν εκεί τα πράγματα.
  • Τώρα θα μου πείτε, τι κάθομαι και σας γράφω καλοκαιριάτικα. Από μια άποψη έχετε δίκιο. Αλλά κι αυτός ο καιρός, δεν βοηθάει βλέπετε.
  • Αυτό που κυρίως θέλω να πω είναι κάτι πολύ απλό, αδυσώπητο, και απίστευτα τρομακτικό όταν το συνειδητοποιείς. Είναι το εξής:
  • Κάποια πράγματα πάνε στραβά, και κάποια όχι. Αλλά αν είναι να πάνε στραβά, δεν υπάρχει κανένα όριο στο πόσο στραβά μπορούν να πάνε. Δεν υπάρχει καμία ασφαλιστική δικλείδα. Ούτε η κοινή λογική, ούτε η ωριμότητα, ούτε η γνώση, ούτε η πληροφόρηση, ούτε η τεχνολογία, ούτε η συμπόνια των άλλων, ούτε τίποτα. Αν τα αφήσεις ανεξέλεγκτα, τα πράγματα μπορεί να πάνε πολύ στραβά.
  • Έχει συμβεί και ξανασυμβεί. Και θα ξανασυμβεί. Αναπόφευκτα. Το θέμα είναι, όσο περνάει από το χέρι μας, να μην ξανασυμβεί σε μας.
  • Να το θυμάστε αυτό, αγαπητοί μου, όταν σας ξαναπεί κάποιος ότι εντάξει, ρε παιδί μου, δεν τρέχει και τίποτα που έπιασαν εφτά τοις εκατό οι αβγοκέφαλοι τραμπούκοι, θλιβερό είναι αλλά εντάξει, ή ότι η Ευρώπη δεν πρόκειται με τίποτα να αφήσει την Ελλάδα να καταρρεύσει.
  • Να το θυμάστε.
  • Σας ασπάζομαι,
    Θείος Ακάκιος

Leave a Reply

You must be logged in to post a comment.

Σύνδεση

Αρχείο δημοσιεύσεων