Το προφίλ μας στο Google Plus
0

Σνέιλ Μέιλ — Επιστολή #014

Έκθεσις 13η
Θέμα: Τι θα γίνω όταν μεγαλώσω.

  • Όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω καστανάς. Θα γίνω ό,τι και να λέει η εξαδέλφη μου που με ζηλεύει.
  • Ο καστανάς μου αρέσει γιατί μας δίνει τα κάστανα. Ο καστανάς βγαίνει το φθινόπωρο που πέφτουν τα φύλλα, και δουλεύει μέχρι να περάσει ο χειμώνας με τα κρύα του, και έρθει η άνοιξις που ανθίζει η πλάσις και κελαηδούν τα αποδημητικά πουλιά. Μόλις πιάνουν τα πρωτοβρόχια, ο καστανάς παίρνει τα κάστανά του, και κάθεται με το σκαμνί του μπροστά στην φουφού στη γωνιά του δρόμου. Εκεί ανάβει την φουφού, φου φου την φυσάει για να ανάψη καλά η φωτιά, και απλώνει τα κάστανα για να ψηθούν.
  • Ο καστανάς περιμένει τα παιδάκια σκαλίζοντας τη φωτιά. Με την μασιά ανακατώνει τα κάστανα, φου φου, και τα γυρίζει από την άλλη για να μην καούν.
  • Ο καστανάς είναι το αγαπημένο μου επάγγελμα γιατί μου αρέσουν πολύ τα κάστανα όταν είναι ζεστά. Ακόμα μου αρέσει όταν ο καστανάς φυσάει την φωτιά, φου φου, γιατί βγάνει σπίθες και μου αρέσουν. Μου αρέσει και πώς μυρίζει. Κάθε φορά που ερχόμαστε από το σχολείο με τη θεία μου, και περνάμε μπροστά από τον καστανά, της ζητάμε να μας πάρη κι εμάς λίγα κάστανα, γιατί βλέπουμε τα άλλα παιδάκια και ζηλεύουμε.
  • Εγώ δεν ζηλεύω τόσο πολύ, αλλά η εξαδέλφη μου ζηλεύει πιο πολύ.
  • Δεν μας αγοράζει κάθε φορά, γιατί έχει ξεχάσει, λέει, το πορτοφόλι της στο σπίτι, αλλά καμιά φορά το θυμάται, και τότε μας αγοράζει, και τότε εγώ είμαι πολύ χαρούμενος γιατί μου αρέσουν πολύ τα κάστανα όταν είναι ζεστά. Και της εξαδέλφης μου της αρέσουν τα κάστανα, αλλά αυτηνής της αρέσουν γιατί ζηλεύει, ενώ εμένα που δεν ζηλεύω όχι. Δηλαδή ναι.
  • Όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω καστανάς για να έχω όσα κάστανα θέλω.

Αγαπητοί μου,

  • Αναρωτιόμουν όλες αυτές τις μέρες το τι να σας πρωτογράψω. Είχα κάνει πολλές σκέψεις, και σήμερα το πρωί –ανήμερα της Εθνικής Εορτής– ετοιμαζόμενος να κάτσω μπροστά από την γραφομηχανή, δεν ήμουν σίγουρος από πού να αρχίσω.
  • Είναι Κυριακή και υπάρχουν πολλοί περισπασμοί. Για παράδειγμα έχουμε την τηλεόραση ανοιχτή, και έχουν μαζευτεί οι άλλοι με φιλοπαίγμον ύφος για να δούνε την παρέλαση. (Μεταξύ μας έχω την εντύπωση ότι περισσότερο από την παρέλαση, αυτοί ενδιαφέρονται να δουν τα επεισόδια. Η Μαιρούλα ειδικά. Τέλος πάντων. Περί γούστων…)
  • Από την άλλη, η μητέρα της Εξαδέλφης, που είναι Ινδουίστρια, την έχει δει ηλιοβασίλεμα στην Καλκούτα με θέα τον Γάγγη και έχει βγάλει ζεστά τραγανά πιττάκια παπαντάμ, διάφορα ντιπ (γιαούρτι με δυόσμο, τσάτνεϊ μάνγκο με τσίλι, και καυτερό τουρσί μελιτζάνας), και μπύρες Κόμπρα.
  • Κοιτάτε τώρα, να έχει βγάλει μπύρες, ενώ είναι Κυριακή, ούτε καν μεσημέρι, και με τον Γάγγη να βρίσκεται αρκετά μακριά, είναι ένα ζήτημα. Χώρια που στην τηλεόραση παίζει την παρέλαση επ’ ευκαιρία της εθνικής μας εορτής εν πλήρει εξελίξει.
  • Σήμερα, που λέτε, το πρωί, την ώρα που έφτιαχνα τον καφέ μου εμφανίζεται η μητέρα της Εξαδέλφης κρατώντας ένα πολυκαιρισμένο κουτί παπουτσιών. «Κοίτα να δεις τι βρήκα», μου λέει και το ακουμπάει δίπλα στην γραφομηχανή.
  • «Για να δω… Τι είναι αυτό;» ρωτάω πηγαίνοντας προς τα εκεί.
  • «Τα παλιά σου σχολικά», μου λέει.
  • Δεν πίστευα τα μάτια μου. Και τι δεν είχε εκεί μέσα! Χαρτιά, απόχαρτα, βιβλία, τετράδια, μολύβια, χάρακες… Όλα τα θάματα του ουρανού και της γης. Πράγματα από την προϊστορική εποχή, που είχα ξεχάσει ότι υπάρχουν.
  • Το πιο εντυπωσιακό, από αρχαιολογικής πλευράς, ήταν το τετράδιο με τις εκθέσεις.
  • Από εκεί σας αντέγραψα την έκθεση με την οποία ξεκίνησα την επιστολή μου.
  • Έχω καταχαρεί, όπως ίσως φαντάζεστε.
  • Η ζωή μου τα έφερε αλλιώς, και δεν έγινα καστανάς. Δεν θα μάθω ποτέ αν αυτό ήταν το μεγάλο μου λάθος.
  • Τέλος πάντων. Ψαχούλευα, που λέτε, το κουτί και συνειδητοποίησα (ξανά) κάτι πολύ περίεργο, που θα το έχετε ίσως νοιώσει και σεις όποτε βρεθήκατε, απρόσμενα, μπροστά σε κάτι δικό σας από το παρελθόν.
  • Τα χέρια μου είχαν μια παράξενη, άγνωστη σε μένα, οικειότητα με τα αντικείμενα του κουτιού. Ξεφύλλιζα το ξεφτισμένο τετράδιο των εκθέσεων, και τα δάχτυλα «θυμόντουσαν» την υφή των σελίδων, τα τσακίσματα του χαρτιού, τα ραγίσματα του προστατευτικού πλαστικού… Και όχι μόνο τα δάχτυλα. Μπορούσα να μυρίσω σχεδόν τα χρωματιστά μολύβια και τους μαρκαδόρους που είχα χρησιμοποιήσει, και ήξερα καλά πού είχα προσπαθήσει να σβήσω, πού το είχα πετύχει, και πού το είχα παρακάνει τρυπώντας σχεδόν τη σελίδα με τη γόμα.
  • Ξέρετε, ούτε επίτηδες να το είχε κάνει η μητέρα της Εξαδέλφης, που μου βρήκε αυτό το κουτί.
  • Γιατί είχα σκοπό να σας γράψω περί μνήμης.
  • Έπεσα και πάνω σε κάτι που έγραψε ο Κύριος Εκδότης (ΤΜ) στο ίντερνετ, περί μηχανών που μπορούν να σκέφτονται, ερωτηματικό, και είχα σκεφτεί να επανέλθω στο θέμα της τεχνητής νοημοσύνης. ΟΚ, λοιπόν. Αφήνω το κουτί στην άκρη. (BTW: Το άρθρο του Κυρίου Εκδότου βρίσκεται στο http://deltahacker.gr/?p=6658).
  • Θα προσπαθήσω να «αποδομήσω» τον ορισμό του Κυρίου Εκδότου περί Νοημοσύνης. «Θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε», γράφει, «πως […] νοημοσύνη είναι εκείνο το χαρακτηριστικό που μας παρέχει την ικανότητα για συλλογισμό, σχεδιασμό, αφηρημένη σκέψη, κατανόηση ιδεών, μάθηση, επίλυση προβλημάτων και επικοινωνία με χρήση τυποποιημένων συστημάτων, όπως είναι η γραφή και η γλώσσα.»
  • Ας σταθούμε λίγο εδώ. Τι βλέπουμε; Με τον ορισμό του ο Κύριος Εκδότης θεωρεί εύλογο πως η νοημοσύνη είναι ένα «χαρακτηριστικό» που «παρέχει» σε κάποια φέρουσα δομή την «ικανότητα» για κάτι («συλλογισμό», «επίλυση προβλημάτων», «επικοινωνία» κ.λπ.). Ο ορισμός του ενέχει δηλαδή δύο προϋποθέσεις: α) η νοημοσύνη είναι ένα επιπρόσθετο και όχι αναγκαίο χαρακτηριστικό μιας δομής (δηλ. μια φέρουσα δομή μπορεί να έχει νοημοσύνη αλλά μπορεί και να μην έχει) και β) τα αποτελέσματά της είναι αλγοριθμικού τύπου (συλλογισμός, σχεδιασμός κ.λπ.).
  • Οπότε το βαθύτερο ερώτημα περί Τεχνητής Νοημοσύνης θα μπορούσε, κατά τον Κύριο Εκδότη (ΤΜ), να τίθεται και έτσι: Τι χρειάζεται να έχει μια φέρουσα δομή για να μπορεί να συμπεριφέρεται ως νοήμων (δηλαδή να έχει την ικανότητα συλλογισμού, σχεδιασμού κ.λπ.);
  • Την περασμένη φορά υποστήριξα πως το ερώτημα τίθεται λανθασμένα.
  • Έγραφα για τους ερευνητάδες του Google που ξαμόλησαν τον κομπιούτορά τους στο γιουτιούμπ κι αυτός άρχισε να βλέπει γάτες, χωρίς –το υπογράμμισα αυτό, μη μου πείτε ότι το ξεχάσατε– χωρίς κανείς να του έχει εξηγήσει εκ των προτέρων τι είναι οι γάτες και πώς μοιάζουν.
  • Για σκεφτείτε το λίγο.
  • Το επίτευγμα του γατόφιλου γκουγκλοκομπιούτορα είναι ακατανόητο αν εμμένουμε σε έναν ορισμό της νοημοσύνης ως επιπρόσθετης ικανότητας χειρισμού συμβόλων, είτε είμαστε υπέρ της Τεχνητής Νοημοσύνης και πιστεύουμε, όπως ο Χοφστάτερ, ότι είναι εφικτή η αλγοριθμική του περιγραφή (του χειρισμού εννοώ), είτε είμαστε κατά, όπως ο Πένροουζ, και πιστεύουμε πως η συνείδηση δεν περιγράφεται αλγοριθμικά.
  • Όχι, αγαπητοί μου. Η Νοημοσύνη δεν είναι χαρακτηριστικό ή ιδιότητα που προσφέρει την ικανότητα χειρισμού συμβόλων, και το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει ή όχι αλγόριθμος.
  • Θα γίνω ακόμα πιο τολμηρός: Η νοημοσύνη δεν υπάρχει καν. Δεν είναι ιδιότητα, δεν είναι χαρακτηριστικό, δεν είναι ποιότητα.
  • Είναι περιγραφή, και ως τέτοια «δεν υπάρχει» –κατά τον ίδιο, για παράδειγμα, τρόπο που στο σύμπαν δεν υπάρχει οντότητα που να προσδιορίζεται με το όνομα «Νοέμβριος 2012», «28η Οκτωβρίου 1940», ή «Εθνική Εορτή». Όλα αυτά δεν είναι οντότητες. Είναι περιγραφές. Το ίδιο και η νοημοσύνη. Είναι περιγραφή.
  • Οπότε, περιγραφή, OK, αλλά περιγραφή τίνος πράγματος;
  • Έλα μου, ντε; Τίνος; Ας το σκεφτούμε, και ας επανέλθουμε.
  • Αφού τελειώσει η παρέλαση.

Σας ασπάζομαι,
Θείος Ακάκιος

Leave a Reply

You must be logged in to post a comment.

Σύνδεση

Αρχείο δημοσιεύσεων