Το προφίλ μας στο Google Plus
1

Σνέιλ Μέιλ — Επιστολή #032

Αγαπητοί μου,

  • Ας αρχίσουμε από τα σημαντικά.
  • Είναι Τετάρτη, 28 του μηνού, και είμαι με τον ανηψιό στη Βιβλιοθήκη. Είμαστε καθισμένοι σε διπλανά τραπέζια του Humanities I. Πρόκειται για το αναγνωστήριο που προτιμάει ο ανηψιός, γιατί έχει ψηλό ταβάνι και αρκετό φυσικό φως.
  • Κατεβήκαμε μαζί, αυτός γιατί είχε ζητήσει κάτι βιβλία να τα κοιτάξει, κι εγώ γιατί δεν είχα τι να κάνω στο σπίτι. Έφερα φυσικά και τη γραφομηχανή μαζί μου, αλλά αναγκάστηκα να την αφήσω στο βεστιάριο γιατί δεν θα με άφηναν με τίποτα να τη βάλω στο αναγνωστήριο.
  • Από προχτές Δευτέρα που έφτασα στο Λονδίνο, επομένη των εκλογών, ο καιρός είναι μίζερος: Ψιλόβροχο, ψύχρα και μουντάδα. Λες και το κάνει επίτηδες. Αλλά εντάξει. Αναμενόμενο. Τι άλλο να περιμένει κανείς Μάη μήνα, στη Γηραιά Αλβιώνα; Θα την ξέρετε δα την παροιμία για το Μάη στον καταραμένο τόπο, έτσι;
  • Είμαστε που λέτε στον πρώτο όροφο, της Βρετανικής Βιβλιοθήκης, στο Humanities I, και κοιτάζω τα περίεργα όντα γύρω μας. Όλοι σκυμμένοι στα βιβλία και τους κομπιούτορές τους. Χαρτιά απλωμένα, σημειώσεις, κόντρα σημειώσεις, ντοσιέ, κόντρα ντοσιέ, φωτοτυπίες… Χαμός.
  • Εγώ έχω κάτι σελίδες Α4 που μου έδωσε ο ανηψιός, και σας γράφω με το μολύβι που αγόρασα από το σουβενιράδικο της βιβλιοθήκης. Θα το μεταγράψω στη γραφομηχανή αργότερα, που θα γυρίσουμε σπίτι.
  • Τέλος πάντων, η βιβλιοθήκη έχει πλάκα και χαίρομαι που έκανα τον κόπο να γραφτώ μέλος πέρσυ, τότε που είχαμε ξαναέρθει στο Λονδίνο. Το είχαμε μαϊμουδέψει φυσικά λίγο, καθώς είχα δώσει για διεύθυνση μόνιμης κατοικίας τη διεύθυνση του ανηψιού, αλλά εντάξει.
  • Λοιπόν, μου έχουν μείνει κάποια πράγματα να σας πω, εκκρεμότητες, από τον περασμένο μήνα.
  • Κυρίως για τον Χώκινγκ.
  • Το συζητούσαμε τις προάλλες με τον ανηψιό. Κυριακή των εκλογών, κι εγώ ήμουν ακόμα στην Αθήνα. Μιλάγαμε οικογενειακώς στο σκάιπ, περιμένοντας τα έξιτ πολλ.
  • “Και πώς είσαι σίγουρος ότι ο Χώκινγκ κάνει το λάθος που του προσάπτεις;”, με ρωτάει σε κάποια φάση ο ανηψιός. “Γιατί λες ότι πήγε να μιλήσει για κανονικότητες και του βγήκε να πει για προθετικότητες; Πού το ξέρεις; Επιστήμονας είναι ο άνθρωπος, η κοσμολογία τον ενδιαφέρει, όχι οι προθετικότητες. Για κανονικότητες μίλαγε. Νομίζω ότι στο συγκεκριμένο θέμα το λάθος το έχεις κάνει εσύ, και όχι αυτός.”
  • “Δε νομίζω”, του λέω εγώ. “Στον πρόλογο το γράφει καθαρά. Λέει ότι με το βιβλίο του θα επιχειρήσει να απαντήσει σε πανάρχαια και πανανθρώπινα ερωτήματα, όπως για παράδειγμα, ‘Γιατί υπάρχει κάτι παρά τίποτα;’, ‘Γιατί υπάρχουμε;’ και πάει λέγοντας. Τονίζει, μάλιστα, ότι αυτά τα ερωτήματα ήταν από πάντα ερωτήματα της φιλοσοφίας, ‘αλλά η φιλοσοφία έχει πεθάνει’.”
  • “Ε και;”
  • “Τι ε και; Δεν το βλέπεις; Αντίθετα με αυτό που θέλει να πιστεύει ο Χώκινγκ, όταν οι άνθρωποι ρωτάνε ‘γιατί υπάρχουμε;’ δεν το κάνουν γιατί τους ενδιαφέρει η κοσμολογία αλλά γιατί τους πιάνουν τα υπαρξιακά τους. Θέλουν να καταλάβουν το νόημα της ζωής. Κι από αυτό που καταλαβαίνουν εξαρτώνται πολλά. Ο ένας πάει και γίνεται ερημίτης. Ο άλλος αυτοανατινάζεται στο παζάρι της Βαγδάτης. Ο ένας γίνεται μεγάλος φιλάνθρωπος. Ο άλλος αποφασίσει να οργανώσει την 11η Σεπτεμβρίου. Οι αντάρτες της Μπόκο Χαράμ πάνε στα σχολεία και αρπάζουν τις μαθήτριες για να τις αναγκάσουν να ασπαστούν το Ισλάμ. Και πάει λέγοντας.”
  • “Τι σχέση έχει αυτό με αυτά που λέει ο Χώκινγκ;”
  • “Καμία. Αλλά αυτό ακριβώς εννοώ. Ότι ο Χώκινγκ μπαίνει σε άγνωστα νερά χωρίς να το πάρει είδηση. Επειδή πιστεύει πως κατάλαβε το πώς λειτουργεί η διαδικασία της ‘αυθόρμητης δημιουργίας’, νομίζει ότι μπορεί να απαντήσει στο ερώτημα ‘γιατί υπάρχουμε’ και ‘γιατί είμαστε εδώ’. Διακηρύσσει το θάνατο της φιλοσοφίας, χωρίς να βλέπει ότι κάνει a little step too far.”
  • Μας διέκοψε με έξαψη η μητέρα της Εξαδέλφης. “Ελάτε, ελάτε, αρχίζουνε τα έξιτ πολλ!”
  • “Αμάν καλέ μαμά, πώς κάνετε έτσι με τα έξιτ πολλ;” διαμαρτυρήθηκε η Εξαδέλφη, σέρνοντας την καρέκλα της πιο κοντά στην τηλεόραση. “Άμα είναι να μην παιδευόμαστε με τις εκλογές, να κάνουμε ένα έξιτ πολλ που είναι και φτηνότερο και να τελειώνουμε…”
  • “Άσε τις εξυπνάδες” αντέτεινε η μητέρα της Εξαδέλφης που είναι Ινδουίστρια. “Τα έξιτ πολλ δίνουν τον παλμό της υπόλοιπης βραδιάς των αποτελεσμάτων, και γι αυτό έχουν σημασία. Είτε βγαίνουν σωστά, είτε όχι.”
  • Σ’ αυτό είχε δίκιο. Θυμάμαι πολλές χρονιές τα αποτελέσματα να ξεκινούν με κάποιο λανθασμένο ή αποπροσανατολιστικό έξιτ πολλ, και μετά τα κόμματα να τρέχουν και να μη φτάνουν. Έχει πλάκα.
  • Στήθηκαν όλοι μπροστά στην τηλεόραση κι εγώ πήγα στην κουζίνα να πάρω ένα ποτήρι νερό.
  • “Εφτά με εννιά τοις εκατό;” είπε κάποιος για κάποιο από τα κόμματα. “Άλλο πάλι και τούτο.”
  • “Πόσο παίρνει;” είπα εγώ ταραγμένος. “Τόσο ψηλά;”
  • “Ναι…” είπε διστακτικά η εξαδέλφη.
  • Το “ναι” αυτό ήταν για μένα η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει. Άφησα τους άλλους να βλέπουν τα έξιτ πολλ, πήρα τον φορητό της εξαδέλφης, πήγα στο μέσα δωμάτιο, συνδέθηκα στο ίντερνετ κι αγόρασα το πρώτο διαθέσιμο εισιτήριο προς Λονδίνο.
  • Έτσι βρέθηκα να είμαι εδώ σήμερα, στο Αναγνωστήριο Humanities I, στον πρώτο όροφο της Βρετανικής Βιβλιοθήκης.
  • Αγαπητοί μου,
  • Πριν από χρόνια είχα δει την ταινία “Ελέφαντας”.
  • Ήταν του Gus van Sant. Επρόκειτο για μια σχεδόν ντοκυμενταρίστικη καταγραφή των γεγονότων κατά την διάρκεια μιας συγκεκριμένης ημέρας, σε ένα σχολείο κάπου στα βάθη της Αμερικής. Η μέρα εξελισσόταν με αργούς ρυθμούς και ενδεχομένως λίγο βαρετά — όσο βαρετά φαντάζεται κανείς να εξελίσσεται μια μέρα σε ένα σχολείο κάπου στα βάθη της Αμερικής. Η κάμερα κοιτούσε λίγο από εδώ και λίγο από κει. Σιγά σιγά αναγνώριζες ένα δύο πρόσωπα, μυριζόσουν ένα ή δύο νήματα ιστορίας, καταλάβαινες κάποιες σχέσεις μεταξύ προσώπων, ένα φλερτ εδώ, μια αντιπάθεια εκεί. Διέκρινες κάποιες αναφορές σε προηγούμενα γεγονότα, ασαφείς όμως και αδιάφορες.
  • Στην πραγματικότητα, δεν συνέβαινε τίποτα άξιο λόγου.
  • Μέχρι που κάποια στιγμή δύο από τους χαρακτήρες έπαιρναν πιστόλια, πολυβόλα, και καραμπίνες, πήγαιναν στο σχολείο και, ξαφνικά, χωρίς καμιά προειδοποίηση, αρχινούσαν να μακελεύουν όσους συμμαθητές και δασκάλους έβλεπαν μπροστά τους.
  • Έτσι απλά. Μακελειό.
  • Στο τέλος η ταινία τελείωνε. Έτσι απλά. Χωρίς να εξηγήσει. Χωρίς να καταγγείλει. Χωρίς να προτείνει.
  • Ελέφαντας.
  • Έτσι νοιώθω σήμερα εδώ, καθισμένος στο Humanities I, γράφοντας με το μολύβι σε σελίδες Α4 που μου έχει δώσει ο ανιψιός.
  • Νοιώθω ότι στο σαλόνι των σπιτιών μας έχει μπει ένας Ελέφαντας.
  • Όσο ο Ελέφαντας παραμένει εκεί, και όσο το 9,40% αυτού του λαού θα προτιμάει να τον αγνοεί, εγώ θα είμαι προσεκτικός.
  • Ναι. Έχω φοβηθεί.
  • Και τα βιβλία της ιστορίας στα ράφια του Humanities I δεν με καθησυχάζουν.

Σας ασπάζομαι
Θείος Ακάκιος

One Response to “Σνέιλ Μέιλ — Επιστολή #032”

  1. h.n.y | 04/06/2014 at 19:18

    O “ελέφαντας” είμαστε εμείς,άλλος περισσότερο άλλος λιγότερο.Όσο επιμένουμε στο “εγώ” και όχι στο “εμείς”,επί του πρακτέου όχι στα λόγια,τότε στην ψυχή μας πάντα θα υπάρχει/υπερισχύει ο “ελέφαντας”.Το “θέμα” δεν είναι αριθμητικό αλλά ποιοτικό και κυρίως συνολικό.

Leave a Reply

You must be logged in to post a comment.

Σύνδεση

Αρχείο δημοσιεύσεων