Το προφίλ μας στο Google Plus
0

Σνέιλ Μέιλ — Επιστολή #035

Αγαπητοί μου,

  • Καθισμένος όπως είμαι στον ξύλινο πάγκο της αυλής, δίπλα στη μεγάλη αιώρα, πρέπει να το παραδεχτώ. Ο ήχος αυτός μου είχε λείψει.
  • Ο ήχος των τζιτζικιών.
  • Δεν το συνειδητοποιείς πόσο σημαντικό κομμάτι του καλοκαιριού είναι, παρά μόνον όταν απουσιάζει. Στο Λονδίνο, ας πούμε, που ήμουν τους τελευταίους δύο μήνες με τον ανιψιό, ακούς τα πάντα, αλλά τζιτζίκια δεν ακούς. Φέτος μάλιστα που ο καιρός ήταν πιο μεσογειακός από κάθε άλλη φορά, η έλλειψη ήταν πιο χτυπητή.
  • Ήλιος, ντάλα να σε χτυπάει, τριαντάρια στο θερμόμετρο, νόμιζες πως είσαι στην Κέρκυρα.
  • Κέρκυρα: Πράσινο, υγρασία, ήλιος, Άγγλοι. Το πλήρες πακέτο.
  • Αλλά κάτι να λείπει.
  • Ε, λοιπόν, κάποια στιγμή το κατάλαβα. Έλειπαν τα τζιτζίκια.
  • Με το που επιστρέψαμε, απέτυχα να ολοκληρώσω κάτι εκκρεμότητες που είχα με δημόσιες υπηρεσίες –θα μου επιτρέψετε, αγαπητοί μου, να μην επεκταθώ επ’ αυτού– και μετά ήρθα σούμπιτος στο Πόρτο Γερμενό.
  • Είμαι εδώ από τις αρχές του μήνα και το μόνο που κάνω είναι να κάθομαι στον ξύλινο πάγκο, δίπλα στη μεγάλη αιώρα. Στην αιώρα την ίδια δεν ανεβαίνω. Κάθομαι στον πάγκο, κοιτάω την θάλασσα, και ακούω τα τζιτζίκια.
  • Από προχτές πλάκωσαν και οι υπόλοιποι. Τώρα που σας γράφω είναι όλοι καθισμένοι κάπου εδώ γύρω και τρώνε καρπούζι.
  • Βέβαια αυτά που σας λέω άμα θέλετε τα πιστεύετε. Τα λέγαμε, να μην τα ξαναλέμε. Ο βαθμός αληθείας των προτάσεών μου είναι απροσδιόριστος. Μπορεί να είναι αληθείς, μπορεί και όχι. Και αυτό δεν έχει μόνο να κάνει με την άγνοιά μας. Είναι αποτέλεσμα της εγγενούς ασάφειας της γλώσσας.
  • Κάπου διάβαζα ότι υπάρχει ένας κλάδος της λογικής που δέχεται (και αξιοποιεί) τέτοιες αμφίσημες προτάσεις, τις οποίες ονομάζει δι-αλήθειες. Είχα μάλιστα σκεφτεί να σας γράψω για αυτές τις δι-αλήθειες –στα αγγλικά dialetheias– αλλά είχαμε νωρίτερα σήμερα μιαν ενδιαφέρουσα, φιλοσοφίζουσα (ελαφρώς) συζήτηση με τους υπολοίπους, και σκέφτομαι να σας μεταφέρω κάποια χάι-λάιτ.
  • Τη συζήτηση την ξεκίνησε η μητέρα της εξαδέλφης: “Διάβαζα τις επιστολές σου σ’ εκείνο το περίεργο περιοδικό που γράφεις.”
  • “Ε όχι και περίεργο–” πήγα να διαμαρτυρηθώ.
  • “Δεν γράφεις πλέον για πολιτικά, παρατηρώ”, συνέχισε ακάθεκτη εκείνη.
  • “Αφήστε τον καλέ μαμά, τι τον τσιγκλάτε κι εσείς τώρα. Να αρχίσει πάλι να γράφει και να του την πέσουν ξανά από τη γωνία να τον φάνε; Δεν είδατε τι του λέγανε;” μπήκε στην κουβέντα η εξαδέλφη.
  • Εγώ ξεφύσηξα στεναχωρημένος. Δεν είπα τίποτα.
  • “Άλλο με ενδιαφέρει εμένα”, είπε η μητέρα της εξαδέλφης, που είναι ινδουίστρια. “Ούτε τα πολιτικά, ούτε τα κολλήματα του καθενός. Εγώ προσπαθώ να καταλάβω τι εννοούσες με αυτά που έλεγες για το ‘είναι’. Πες μου. Τι θα πει να αναρωτιέσαι, ‘τι σημαίνει “είναι”;’ Αν κάτι ‘είναι’, τότε είναι. Ποιο είναι το πρόβλημά σου;”
  • Οι υπόλοιποι σταμάτησαν ό,τι έκαναν (δηλαδή να χαζεύουν τη θάλασσα) και γύρισαν προς το μέρος μας.
  • “Κοιτάχτε”, είπα εγώ διστακτικά, “αυτό που προσπαθούσα να επισημάνω είναι πως αυτή η λέξη, η λέξη ‘είναι’, δεν είναι τόσο διαφανής και ουδέτερη όσο θα θέλαμε. Περιλαμβάνει πάντα μιαν οπτική γωνία. Μια ‘θεωρία’, για να το πω και αλλιώς.”
  • “Τα μπερδεύεις”, παρενέβη από την άλλη ο ανεπρόκοπος. “Άλλο θεωρία, άλλο οπτική γωνία.”
  • “Ανιψιέ μην πετάγεσαι!” τον αποπήρα εγώ. “Δεν μπερδεύω τίποτα.”
  • “Δηλαδή τι εννοείς;” επέμεινε η μητέρα της εξαδέλφης.
  • “Να. Ας πούμε ότι λέω: ‘Το ηλιοβασίλεμα στο Πόρτο Γερμενό είναι όμορφο’. Δεν τη βλέπετε εδώ την οπτική γωνία;”
  • “Χα”, κάγχασε ο ανιψιός.
  • “Νομίζω ότι το μαγειρεύεις λίγο”, είπε η εξαδέλφη. “Παίζεις με τις λέξεις. Άλλο είναι να λες για το ηλιοβασίλεμα και άλλο, ξέρω ‘γω να μιλάς για κάτι άλλο, αντικειμενικό.”
  • “Τι θα θεωρούσες εσύ αντικειμενικό;”
  • “Αντικειμενικό θέλεις;” λέει ο ανιψιός. “Ορίστε: ‘Ο χρόνος ημιζωής του πλουτώνιου-238 είναι 87,7 χρόνια’. Πού είναι η οπτική γωνία εδώ;”
  • “Δεν τη βλέπεις;”, του λέω εγώ. “Μιλάς για χρόνο. Ο παρατηρητής είναι εντός χρόνου ή εκτός; Με αναφορά σε ποιόν παρατηρητή μετράμε τον χρόνο;”
  • “Άστα αυτά”, μου λέει ο ανιψιός. “Η μέτρηση εξαρτάται από το σύστημα αναφοράς στο οποίο βρίσκεται ο παρατηρητής, ναι, αλλά μέσα σε κάθε δεδομένο σύστημα η μέτρηση είναι αντικειμενική. Δεν είναι όπως το ηλιοβασίλεμα. Η διαδικασία της ραδιενεργού διάσπασης λαμβάνει χώρα ανεξαρτήτως του παρατηρητή. Δεν είναι στο χέρι του παρατηρητή να αποφασίσει τι θα μετρήσει. Θα μετρήσει 87,7 χρόνια ή κάτι άλλο (ανάλογα με το σύστημα αναφοράς), αλλά δεν είναι στο χέρι του να μετρήσει πότε το ένα και πότε το άλλο. Αν πούμε ότι κάτι ‘είναι’ έτσι ή ‘είναι’ αλλιώς, το μόνο που κάνουμε είναι να αποτυπώνουμε κάποια πλευρά της διαδικασίας αυτής σε μια πρόταση. Το ίδιο το ‘είναι’ είναι διαφανές.”
  • Αγαπητοί μου,
  • Όπως βλέπετε, η συζήτησή μας είχε ανέβει πολύ γρήγορα σε διανοητικά ύψη δυσθεώρητα. Ο χώρος δεν μου επιτρέπει να σας μεταφέρω εδώ όλες τις λεπτές αποχρώσεις του διαλόγου. Δεν μου φτάνει καν για να διατυπώσω με επάρκεια το επιχείρημά μου. Θα προσπαθήσω, όμως, να δώσω ένα πρώτο περίγραμμά του. Όσο χωρέσει.
  • Η ουσία, λοιπόν, είναι πως στο παράδειγμα των “ουδέτερων” προτάσεων σαν αυτή για το πλουτώνιο-238, υπάρχει μεν αυτό που έχουμε συνηθίσει να ονομάζουμε αντικειμενικότητα ή διαφάνεια, αλλά αυτή η διαφάνεια δεν υπήρχε εξ αρχής. Πρόκειται πάντα για αποτέλεσμα αφαίρεσης, abstraction. Πάντα ξεκινάμε από κάτι που δεν είναι καθόλου “αντικειμενικό” και στη συνέχεια το καθιστούμε όλο και πιο αφηρημένο, μέχρι που ψηνόμαστε τελικά πως είναι “αντικειμενικό”.
  • Το επιχείρημά μου είναι πως η υποτιθέμενη “αντικειμενικότητά” μας είναι πάντα προϊόν μιας υποκειμενικότητας. Το ξεχνάμε, όμως, και νομίζουμε ότι τα πράγματα ξεκινούν αλλιώς, πως η σκέψη μας στέκεται απέναντι στον κόσμο σαν σ’ ένα δίπολο: από τη μία η σκέψη, από την άλλη το “αντικείμενο”. Θεωρούμε πως η υποκειμενικότητα είναι παρείσακτος, πρόβλημα, παράσιτο που πρέπει να ξεριζωθεί, ενώ δεν είναι καθόλου έτσι. Ουσιαστικά ακόμα και οι έννοιες που χρησιμοποιούμε –“αντικειμενικότητα”, “υποκειμενικότητα” κ.λπ.– είναι προβληματικές επειδή εμπεριέχουν –και αντικατοπτρίζουν– την ίδια αρχική πεποίθηση πως η σκέψη βρίσκεται σε θέση ουδέτερου παρατηρητή ως προς τον κόσμο.
  • Η πεποίθηση αυτή είναι προβληματική.
  • Πάρτε, ας πούμε, όλες τις προσπάθειες να σχεδιαστούν αλγοριθμικά μοντέλα της ανθρώπινης σκέψης. Όλες έχουν την ίδια αφετηρία. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος που στέκεται “απέναντι” στον κόσμο, προσλαμβάνει δεδομένα από τα αισθητήρια όργανα, τα επεξεργάζεται, τα κατηγοριοποιεί, τα αποθηκεύει και τα ανακαλεί, διαμορφώνει και τροποποιεί προγράμματα δράσης και λοιπά και λοιπά.
  • Προσπαθούμε λοιπόν να φτιάξουμε αλγορίθμους που να κάνουν το ίδιο και αποτυγχάνουμε οικτρά. Δεν αναρωτιέστε γιατί;
  • Αποτυγχάνουμε γιατί παίρνουμε ως δεδομένο πως η “αντικειμενικότητα”, whatever that is, είναι θεμέλιο της ανθρώπινης σκέψης, ενώ δεν είναι παρά προϊόν της προσπάθειάς μας να περιγράψουμε το πώς εμπλεκόμαστε, εμείς οι άνθρωποι, στον κόσμο. Ένα προϊόν ιστορικό.
  • ‘Όταν λέω ιστορικό προϊόν, εννοώ πως η εικόνα που έχουμε σήμερα για την ανθρώπινη σκέψη είναι προϊόν της νεωτερικής εποχής, της εποχής που εγκαινιάζεται με τον Γαλιλαίο. Η εικόνα αυτή διαφέρει θεμελιωδώς από εκείνη που είχαν για την ανθρώπινη σκέψη οι αρχαίοι Έλληνες, οι Ινδοί ή οι Κινέζοι. Δεν είναι καλύτερη ή χειρότερη, σωστότερη ή πιο λάθος. Απλά *διαφέρει*.
  • Ας μείνουμε προς το παρόν εδώ. Ο χώρος δεν επαρκεί για να το αναπτύξω αυτό περισσότερο. Σταματώ αλλά θα επιστρέψω. Όμως πρώτα έχω ένα ερώτημα για σας.
  • Ξεκίνησα γράφοντας για τα τζιτζίκια. Για μένα κάτι λείπει από τον ήχο του καλοκαιριού αν δεν έχει τζιτζίκια. Πείτε μου, λοιπόν. Ακούγεται το “τζι τζι” των τζιτζικιών, αν δεν είμαστε εμείς εκεί να το ακούσουμε;
  • Σας ασπάζομαι,
    Θείος Ακάκιος

Leave a Reply

You must be logged in to post a comment.

Σύνδεση

Αρχείο δημοσιεύσεων