Το προφίλ μας στο Google Plus
0

Σνέιλ Μέιλ — Επιστολή #037

Αγαπητοί μου,

  • Κανονικά θα έπρεπε να ξεκινήσω από το τζι τζι. Αλλά, συμπαθάτε με, το ότι θα περνούσα χρονιάρες μέρες το πρωινό μου στην αίθουσα αναμονής της υπηρεσίας Μητρώου της τοπικής μας Εφορίας, αυτό δεν το περίμενα. Έχω μπερδευτεί.
  • (Χρονιάρες λόγω των γενεθλίων. Τι “ποιών γενεθλίων”;)
  • Εφορία. Δεν έχω έρθει για δικιά μου δουλειά, φτου-φτου-φτου μη με ματιάσω. Μακριά από μένα τέτοια τιμή. Στην εξαδέλφη έχω έρθει να συμπαρασταθώ, γιατί έχει κάτι τρεχάματα με τη δήλωση της μητέρας της, τον ΕΝΦΙΑ, το Ε9, το Ε13 και δεν ξέρω ‘γώ ποιο άλλο Ε.
  • Η μητέρα της εξαδέλφης, βέβαια, καθώς είναι Ινδουίστρια, το έχει πάρει χαλαρά. Κοιτάζει τον εφοριακό λες και είναι μετεμψύχωση του Βούδα.
  • (Η μητέρα της εξαδέλφης, όχι ο εφοριακός.)
  • Αντίθετα με τη μητέρα της, η εξαδέλφη από δίπλα δεν είναι καθόλου Ινδουίστρια, και δείχνει να το έχει πάρει πιο προσωπικά. Όπου να ‘ναι, εντούτοις, θ’ αρχίσει κι αυτή να αιωρείται.
  • Τέλος πάντων. Η αίθουσα είναι χλωμή και κρύα κι εγώ έχω καθίσει σε μιαν άκρη, δίπλα από τη συσκευή εκείνη με τα χαρτάκια με τους αύξοντες αριθμούς, που τα παίρνεις για να ξέρεις πότε θα εξυπηρετηθείς.
  • Ωραία συσκευή και πολύ χρήσιμη. Για την ουρά.
  • Αλλά δε λειτουργεί.
  • Unsurprisingly.
  • Δεν λειτουργούσε ούτε τον Αύγουστο που είχαμε ξαναέρθει στην (ίδια) εφορία, εκείνη τη φορά με τον ανιψιό. Νομίζω, μάλιστα, πως ποτέ δεν λειτούργησε. Μοιάζει να έχει εγκατασταθεί εκεί ως έργο τέχνης, αφιερωμένο στην ματαιότητα του βίου και το φευγαλέον της ζωής. Σαν Καρυάτιδα ένα πράγμα.
  • Εφορία σου λέει ο άλλος.
  • Με τον ανιψιό είχαμε έρθει “δι’ υπόθεσίν του”.
  • Καλά, ήταν απίστευτη εμπειρία. Προσπαθούσε ο ανιψιός να τους πείσει, τους της εφορίας, πως είναι φορολογικός κάτοικος εξωτερικού — που είναι, βέβαια, γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε;
  • Μπα. Με τίποτα.
  • Αυτός βέβαια είχε έρθει ενημερωμένος, με το νέο νόμο που “απλοποιεί τις διαδικασίες”, και νόμιζε πως είχε λύσει το πρόβλημά του. Φευ…
  • Ο νόμος είχε πράγματι απλοποιηθεί ως προς το σκέλος που αφορούσε τον καθορισμό “των δικαιολογητικών που υποβάλλουν τα φυσικά πρόσωπα που δηλώνουν κάτοικοι εξωτερικού”. Τα πράγματα έχουν απλουστευτεί για τα φυσικά πρόσωπα που δηλώνουν *ήδη* κάτοικοι εξωτερικού — αλλά όχι για τα άλλα πρόσωπα που δεν δηλώνουν αλλά *θα ήθελαν* να δηλώσουν κάτοικοι εξωτερικού για πρώτη φορά.
  • Ένα τέτοιο φυσικό πρόσωπο είναι ο ανιψιός.
  • Τέλμα. Αδιέξοδο. Τέλος πάντων, να μην τα πολυλογώ, δεν τα κατάφερε. Μάλιστα, επειδή επέμενε, κάποια στιγμή πήγε να βρει και το μπελά του.
  • Παραθέτω εδώ τον διάλογο για τον ιστορικό του μέλλοντος.
  • “Είστε κάτοικος εξωτερικού, κύριε; Δουλεύετε στο εξωτερικό; Έχετε εισοδήματα;”, τον ρωτάει ο υπάλληλος της εφορίας. Διέκρινα έναν θριαμβευτικό σπινθηρισμό στο βλέμμα του.
  • “Μάλιστα, αυτό δεν σας λέω τόση ώρα;”, βιάστηκε να επιβεβαιώσει ο ανιψιός.
  • “Αν είναι έτσι, γιατί δεν έχετε δηλώσει τα εισοδήματά σας αυτά στις πρόσφατες φορολογικές σας δηλώσεις; Δεν μπορεί να γίνει μεταβολή φορολογικής έδρας αν έχετε φορολογικές εκκρεμότητες.”
  • “Μα, δεν έχω εκκρεμότητες…”, είπε με ελαφρό άγχος ο ανιψιός, ενώ εγώ έκλεινα το καπάκι της γραφομηχανής κι ετοιμαζόμουν να τον φυγαδέψω.
  • “Έχετε, κύριε”, τον κατακεραύνωσε ο εφοριακός. “Μου λέτε ότι υπάρχουν εισοδήματα στην αλλοδαπή, και τα εισοδήματα αυτά δεν έχουν δηλωθεί στην Ελλάδα.”
  • “Μα… Μα τα δηλώνω στην Αγγλία. Εκεί ζω. Από αυτά τα εισοδήματα ζω”, ψέλλισε ο ανιψιός. Εγώ στεκόμουν ήδη πίσω του.
  • “Όχι, κύριε. Δεν είστε κάτοικος της Αγγλίας. Κάτοικος Ελλάδας είστε. Για την εφορία είστε κάτοικος Ελλάδας. Τακτοποιήστε λοιπόν αυτή την εκκρεμότητα, δηλώστε τα πλήρη εισοδήματά σας για τα τελευταία πέντε χρόνια αναδρομικά, και μετά ελάτε εδώ σε ‘μένα να κάνουμε και τη μεταφορά της έδρας.”
  • Ο ανιψιός έμεινε άφωνος με την εξυπηρετικότητα του υπαλλήλου. Φοβήθηκα ότι θα πάθει αποπληξία κι έτσι τον πήρα παράμερα, τον βόηθησα να μαζέψει όλα τα χαρτιά που είχε σκορπίσει εδώ κι εκεί, και γρήγορα γρήγορα φύγαμε σκυφτοί. Φοβόμουν πως θα μας σταματήσει η φορολογική αστυνομία στην έξοδο, αλλά δεν έδειξε να ενδιαφέρεται κανείς.
  • Το θέμα του εκκρεμεί — και μάλλον θα εκκρεμεί επ’ αόριστον.
  • Η εμπειρία, ωστόσο, ήταν για μένα αποκαλυπτική.
  • Ήταν το καλύτερο παράδειγμα για κάτι που είχε τύχει εκείνες τις ημέρες να διαβάζω.
  • Μιλάω για το “Κράτος και Ομάδες Συμφερόντων”, του Χρ. Ιορδάνογλου. Αν δεν το έχετε υπόψη σας, το συνιστώ ανεπιφύλακτα.
  • Θα σας βοηθήσει να δείτε κάτι απλό. Θα σας βοηθήσει να δείτε, με απλές και καθαρές γραμμές, πού συνίσταται η ιδιαιτερότητα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης ή, για να το πω καλύτερα, του Ελληνικού Κράτους *γενικά*.
  • Λοιπόν, το πρόβλημα δεν έγκειται στο ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι άχρηστοι ή κακοπληρωμένοι ή πάρα πολλοί ή πάρα πολύ λίγοι. Τίποτα απ’ όλα αυτά. Όταν η συζήτηση τίθεται με τέτοιους όρους, τίθεται σε λάθος βάση.
  • Τα καίρια χαρακτηριστικά της ελληνικής δημόσιας διοίκησης, λέει ο Ιορδάνογλου, είναι τρία. Αντιγράφω από τις σελίδες 24-25:
  • “α) Η ελληνική δημόσια διοίκηση δεν είναι δομημένη στη βάση της παραγωγής αποτελεσμάτων. Είναι δομημένη για να τηρεί τις διαδικασίες που προβλέπονται από τους νόμους και τους κανονισμούς. Το όποιο παραγόμενο αποτέλεσμα είναι υποπροϊόν της τήρησης οδηγιών και υποτίθεται ότι έχει προβλεφθεί από το σχεδιαστή των οδηγιών. Δεν αφορά τη διοίκηση. Η ίδια η έννοια της παραγωγής προϊόντος για κάποιον χρήστη, τής είναι ξένη.”
  • “β) Δεν υπάρχει σαφής επιμερισμός της ευθύνης ως προς το ποιος αναλαμβάνει την τάδε ή τη δείνα αποστολή. Και δεν υπάρχει έλεγχος για το αν και πόσο καλά το αναληφθέν έργο υλοποιήθηκε.”
  • “γ) Ο μηχανισμός κινήτρων και κυρώσεων στο δημόσιο τομέα είναι εξαιρετικά χαλαρός. Οι αποδοχές, οι εξελίξεις, οι μεταθέσεις είναι στην ουσία αποσυνδεδεμένες από κάθε έννοια απόδοσης του υπαλλήλου.”
  • Κ.λπ. Κ.λπ. Κ.λπ. Ρίχτε μια ματιά στο βιβλίο αυτό, αγαπητοί μου, χάρη στον εαυτό σας θα κάνετε. Είναι πρόσφατο, ολιγοσέλιδο και αρκετά φτηνό.
  • Όλα όσα λέει είναι απλά, εύστοχα κι εύλογα. Τόσο, ώστε μοιάζουν αυτονόητα.
  • Αλλά, όπως θα θυμούνται όσοι διαβάζουν αυτά που γράφω και ξαναγράφω στις επιστολές μου κάθε μήνα, ουδέν αυτονόητον.
  • Η μεγαλύτερη παγίδα της σκέψης είναι η παγίδα του “αυτονόητου”.
  • Αυτή, καθώς και η σύγχυση της χρονικής με την αιτιακή συνέχεια, το “post hoc ergo propter hoc”, που σας έλεγα την περασμένη φορά.
  • Ήθελα να επανέλθω στο θέμα εκείνο, αλλά με όλα τούτα τα εφοριακά τελείωσε ο χρόνος.
  • Πριν κλείσω, λοιπόν, θα σας μιλήσω για τα τζιτζίκια.
  • “Ακούγεται το τζι τζι των τζιτζικιών αν δεν είμαστε εμείς εκεί να το ακούσουμε;”
  • Λοιπόν, η ώρα έφτασε και θα το πάρει το ποτάμι.
  • Όχι. Δεν ακούγεται.
  • Και το γράφω αυτό έχοντας πάσαν επίγνωση των συνεπειών του νόμου.
  • Τα τζιτζίκια, φυσικά, δεν περίμεναν εμάς για να κάνουν τζι τζι ή ό,τι άλλο κάνουν. Στην πραγματικότητα, δεν κάνουν κάν τζι τζι. Τα τζιτζίκια κάνουν αυτό που κάνουν — και το κάνουν για λόγους που τα ίδια ξέρουν.
  • Εμείς είμαστε που περιγράφουμε την δραστηριότητά τους ως τζι τζι. Κι όταν ρωτάω για το αν ακούγεται το τζι τζι ή όχι, στην ουσία ρωτάω για το αν υπάρχουν μέτοχοι του ανθρώπινου πλαισίου ερμηνείας. Μόνο γι’ αυτούς είναι τζι τζι και μόνο γι’ αυτούς ακούγεται.
  • Αν ναι, ναι. Αν όχι, όχι.

Σας ασπάζομαι,
Θείος Ακάκιος

ΥΓ. Μα, το συνειδητοποιείτε ότι το έγκριτο περιοδικό μας εισέρχεται αισίως στην τέταρτη χρονιά της ζωής του; Γουάου. Well I never.

Leave a Reply

You must be logged in to post a comment.

Σύνδεση

Αρχείο δημοσιεύσεων