Το προφίλ μας στο Google Plus
0

Σνέιλ Μέιλ — Επιστολή #038

Αγαπητοί μου,

  • Για άλλη μια φορά θα έπρεπε ν’ αναρωτιόμουν από πού να ξεκινήσω την επιστολή μου, αλλά σήμερα δεν είναι όπως τις άλλες φορές. Έχω πολλά να σας πω, και θέλω να αποφύγω το Συνηθισμένο μου Λάθος (ΤΜ), να ξεκινάω να σας γράφω για το ένα και το άλλο και να αφήνω το σημαντικό για το τέλος, που πλέον δεν προλαβαίνω.
  • Έχω λάβει τα μέτρα μου. Πέραν της γραφομηχανής που βρίσκεται μπροστά μου, από τα αριστερά έχω το καινούργιο τάμπλετ της εξαδέλφης με το αρχείο των περιοδικών μας, και από τα δεξιά ένα μικρό δημοσιογραφικό μπλοκάκι κι ένα μολύβι Β2.
  • Έχω ήδη πάρει, ένα προς ένα, τα πιο πρόσφατα τεύχη και έχω φτιάξει μια λίστα με πράγματα στα οποία σας είχα υποσχεθεί ότι θα επανέλθω. Είναι τόσο εκτεταμένη που, τώρα, έτσι όπως την κοιτάω, νοιώθω λίγο άβολα.
  • Άβολα, αλλά χωρίς ενοχές.
  • Σημειώνω εδώ, εν παρόδω, πως η ενοχή είναι, κατά την γνώμη μου, ένα ιδιαίτερα προβληματικό και μάλλον υπερεκτιμημένο συναίσθημα. Πολλοί θεωρούν ότι το να νοιώθεις ενοχή είναι δείγμα ικανότητας ενδοσκόπησης και αυτοκριτικής και εκλαμβάνουν, κατ’ επέκταση, την έλλειψη ενοχής –την έλλειψη ορατών σημαδιών ενοχικής συμπεριφοράς– ως δείγμα απάθειας, σκληρότητας και –ναι, καλά το φανταστήκατε– ουσιαστικής ενοχής (υπό την νομική έννοια του όρου).
  • Λάθος, αλλά τέλος πάντων, ας το αφήσω στην άκρη. (Το προσθέτω, ωστόσο, στη λίστα μου.)
  • Σήμερα θα επιστρέψω σε ένα τουλάχιστον από όλα αυτά τα αφημένα στην άκρη θέματα.
  • Πρόκειται για θέμα που διέτρεχε αρκετές από τις πρόσφατες επιστολές μου: αυτό των τζιτζικιών.
  • Νόμιζα πως το είχα εξαντλήσει, αλλά με θορύβησε ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που μου έστειλε προ ημερών ο ανιψιός, εξ ονόματος του Κυρίου Εκδότου.
  • Αντί άλλων καθυστερήσεων αντιγράφω εδώ το επίμαχο απόσπασμα.
  • «Ναι, [γράφει ο Κύριος Εκδότης] καταλαβαίνω και κατανοώ ότι το “τζι τζι” είναι ανθρώπινη περιγραφή. Απλά, δυσκολεύομαι να δεχτώ ότι δεν συμβαίνει *τίποτε* στον αέρα, χωρίς τον παρατηρητή. Κάτι του συμβαίνει του αέρα, ασχέτως αν είμαστε εκεί κοντά ή όχι, ασχέτως αν το ονομάζουμε “τζι τζι” ή “χαριτωμένο μπουρεκάκι”, ασχέτως αν μετά συζητάμε για το αν πράγματι του συμβαίνει κάτι (του αέρα, εξαιτίας του τζιτζικιού), όταν εμείς είμαστε ή δεν είμαστε εκεί για να ακούσουμε το “τζι τζι” και τόσο αναπάντεχα (ή όχι) να προβληματιστούμε κ.λπ.
  • »Να πω και κάτι άλλο [συνεχίζει]. Θα εκρηγνυόταν το Bárðarbunga, αν δεν υπήρχε κανείς –Ισλανδός ή whatever– να το παρατηρήσει; Θα κινδύνευαν να λιώσουν οι παγετώνες και να προκληθούν πλημμύρες στην περιοχή […] αν κανείς δεν είχε παρατηρήσει ότι το Bárðarbunga δραστηριοποιήθηκε, κάνοντας αυτό που ξέρει να κάνει ανεξαρτήτως του παρατηρητή;»
  • Οφείλω να παραδεχτώ πως τα ερωτήματα του Κυρίου Εκδότου με ταρακούνησαν. Ειδικά τα σχόλια περί “χαριτωμένου μπουρεκιού”. Ένοιωσα πως απέτυχα να μεταδώσω τον πυρήνα του επιχειρήματός μου, και νοιώθω την ανάγκη να επανέλθω.
  • Λοιπόν, υπάρχουν δύο τρόποι να προχωρήσει κανείς από εδώ. Ο σκληροπυρηνικός και ο διαλλακτικός. Στην πραγματικότητα δεν διαφέρουν και πολύ.
  • Ο σκληροπυρηνικός τρόπος θα ήταν να εμείνω στο επιχείρημά μου, αδιαφορώντας για τα άτοπα στα οποία δείχνει, φαινομενικώς, να οδηγεί. Θα έλεγα κάτι σαν το παρακάτω, ας πούμε.
  • «”Ισλανδία”; Τι θα πει “Ισλανδία”; Ούτε Ισλανδία, ούτε Bárðarbunga υπάρχουν, αν δεν υπάρχουν ήδη οι Ισλανδοί, όπως ακριβώς και το “τζι τζι” δεν ακούγεται αν δεν είμαστε εμείς εκεί να το ακούσουμε.»
  • Από την αυστηρώς λογική πλευρά του επιχειρήματός μου, θα έχω απαντήσει και μάλιστα θα έχω δίκιο: Εφόσον κατά τον ορισμό μου το ρήμα “υπάρχω” αποκτά το χαρακτήρα του υπαρξιακού ποσοδείκτη μόνο κατά το μέτρο που υπάρχουν άνθρωποι να το χρησιμοποιήσουν, εξυπακούεται πως αν δεν υπάρχουν Ισλανδοί, δεν υπάρχει ούτε το Bárðarbunga. Και αντιστοίχως, αν το “ακούγομαι” το εκλαμβάνω ως έχον νόημα μόνο κατά το μέτρο που υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι ακούνε, εξυπακούεται πως αν δεν υπάρχουν αυτοί, τότε ούτε τζι τζι ακούγεται.
  • Όπερ έδει δείξαι.
  • Υποθέτω, όμως, ότι αυτή η απάντηση, λογικώς ορθή έστω, δεν φαντάζει ικανοποιητική. OK, λοιπόν. Θα το προσεγγίσω αλλιώς.
  • Η βασικότερη αντίρρηση που διατυπώνεται είναι πως δεν μπορώ να ισχυρίζομαι στα σοβαρά ότι κοτζάμ ηφαίστειο εμφανίζεται και εξαφανίζεται ανάλογα με το αν υπάρχουν άνθρωποι εκεί γύρω να το δουν και να μιλήσουν γι’ αυτό, ή ότι μυριάδες τζιτζίκια περιμένουν σινιάλο πότε θα σκάσουμε μύτη, και τότε και μόνο τότε αρχινάνε όλα μαζί το “τζι τζι”.
  • Εύλογη η αντίρρηση, μόνο που εγώ δεν ισχυρίστηκα τίποτα για το τι κάνει το ηφαίστειο ή το τζιτζίκι.
  • Για να το δούμε λίγο: Όταν λέμε “κάτι” για “κάτι”, αυτό το “κάτι” δε φτάνει ποτέ σε μας αδιαμεσολάβητο. Πάντα σχετίζεται με τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε και κατανοούμε τα πράγματα. Και τα πράγματα τα βλέπουμε και τα κατανοούμε σύμφωνα με ένα ήδη δεδομένο πλαίσιο ερμηνείας που δεν προκύπτει από τα ίδια τα πράγματα: είναι πάντα ανθρώπινη κατασκευή. Αυτό είναι ο πυρήνας του επιχειρήματος και σας παραπέμπω, αν έχετε όρεξη, σε αυτά που λέγαμε το καλοκαίρι για την θεωρία περί αλήθειας του Τάρσκι (αλλά και των σχολαστικών φιλοσόφων του Μεσαίωνα) (επιστολή #034), καθώς και στη συζήτηση που είχα με τη θεία και τον ανιψιό γι’ αυτό ακριβώς το θέμα, το ρήμα “είναι” (επιστολή #035). Αν θυμάστε, τότε ήταν που πρωτοτέθηκε το ζήτημα με τα τζιτζίκια.
  • Μια λύση, για να αποφεύγω κακοτοπιές, θα ήταν να μην χρησιμοποιώ πλέον το ρήμα “υπάρχω” ή το ρήμα “ακούγομαι”. Θα μπορούσα, για να αποδώσω τη λεπτή απόχρωση που έχω κατά νου, να χρησιμοποιώ εφεξής το ρήμα “*υπάρχω” ή το ρήμα “*ακούγομαι” (με αστερίσκο). Παραδείγματα:
  • “Αν δεν *υπάρχουν Ισλανδοί, δεν *υπάρχει ούτε το Bárðarbunga.”
  • “Αν δεν *υπάρχουν άνθρωποι, το ‘τζι τζι’ δεν *ακούγεται.” Και ούτω καθεξής.
  • Καλύτερα τώρα; Έστω. Αλλά πείτε μου, σε τι έγκειται η διαφορά ενός ρήματος με αστερίσκο από το ίδιο ρήμα χωρίς αστερίσκο;
  • Στο ρήμα με αστερίσκο, ο αστερίσκος παίζει ρόλο υπενθύμισης και υπογράμμισης της ανθρώπινης παρουσίας. Ενώ στο ρήμα χωρίς αστερίσκο, η ανθρώπινη παρουσία πηγαίνει στο παρασκήνιο. Ωστόσο δεν εξαφανίζεται. Είναι πάντα εκεί. Υπορρήτως, αλλά σαφώς.
  • Αυτό είναι το λεπτό σημείο που συνήθως παραβλέπουμε. Ο αστερίσκος είναι για υπενθύμιση. Δεν προσθέτει ούτε αφαιρεί κάτι. Δεν αλλάζει τίποτα στο ρήμα. Ακόμα και όταν λέμε ότι “κάτι είναι”, αυτό που εννοούμε είναι πως “κάτι *είναι”.
  • ΟΚ, θα μου πείτε. Πού μας οδηγούν όλα αυτά; Γιατί ταλαιπωρούμαστε;
  • Να σας πω γιατί ταλαιπωρούμαστε. Ταλαιπωρούμαστε, αγαπητοί μου, γιατί ως άνθρωποι είμαστε, συνήθως, επιρρεπείς σε δύο σημαντικά λάθη. Το πρώτο είναι πως μπερδεύουμε ή παραβλέπουμε τη διαφορά μεταξύ περιγραφικών και οντολογικών αποφάνσεων. Κάνουμε το ένα και νομίζουμε πως κάνουμε το άλλο. Λέμε, ας πούμε, για άνοδο της θερμοκρασίας και νομίζουμε ότι στην φύση υπάρχει κάτι που (θα μπορούσε να) λέγεται θερμοκρασία, η τιμή του οποίου αυξάνεται. Στην φύση βέβαια δεν υπάρχουν θερμοκρασίες, υπάρχει μόνο η στατιστική εκτίμηση της μέσης κινητικής ενέργειας κάποιων μορίων.
  • Και το δεύτερο είναι ότι θεωρούμε πως οι οντολογικές αποφάνσεις είναι δυνατές ενώ δεν είναι. Period. Δεν μπορούμε ποτέ να μιλήσουμε για το “τι είναι” και “τι δεν είναι”. Ακόμα και όταν μιλάμε για κινητική ενέργεια μορίων, δεν αναφερόμαστε σε κάποια “αντικειμενική ιδιότητα” των μορίων. Ούτε η θερμοκρασία, αλλά ούτε η κινητική ενέργεια των μορίων ως τέτοια υπάρχουν “αντικειμενικά”. Υπάρχουν μόνο ως έννοιες, και μόνο στο πλαίσιο ενός μοντέλου ερμηνείας του κόσμου. Είναι αυτό, το μοντέλο δηλαδή, που τους δίνει νόημα και περιγράφει τις αλληλεξαρτήσεις τους με τις άλλες έννοιες του ίδιου μοντέλου.
  • Εκτός μοντέλου, όλες μας οι έννοιες είναι α-νόητες.
  • Κάτι σαν το “τζι τζι” δηλαδή.
  • Αλλά φοβάμαι ότι μου τελειώνει ο χώρος, οπότε ας μείνουμε εδώ. Το συμπληρώνω ήδη στην λίστα μου, όμως, και θα συνεχίσω (ελπίζω) την επόμενη φορά.

Σας ασπάζομαι,
Θείος Ακάκιος

Leave a Reply

You must be logged in to post a comment.

Σύνδεση

Αρχείο δημοσιεύσεων