Το προφίλ μας στο Google Plus
0

Σνέιλ Μέιλ — Επιστολή #039

Αγαπητοί μου,

  • Μόλις επέστρεψα από την Έβγα του κυρίου Κώστα.
  • Με είχαν στείλει να πάρω ζάχαρη άχνη για τους κουραμπιέδες που προσπαθούν να φτιάξουν από το πρωί, η μητέρα της εξαδέλφης και η Κυρία Καίτη.
  • Κακά τα ψέματα, είμαστε πάλι στο Δεκέμβριο και οδεύουμε ολοταχώς προς τα Χριστούγεννα. Εξ ου και η πρεμούρα να φτιάξουμε κουραμπιέδες.
  • Λα λα. Πώς πάει το τραγουδάκι; Χριστούγεννα μας έφτασαν, εμπρός βήμα ταχύ, να τα προϋπαντήσουμε παιδιά στην εξοχή. Ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων.
  • Βέβαια καμιά όρεξη δεν έχω να τρέχω χειμωνιάτικα στην εξοχή, αλλά μην το κάνουμε θέμα τώρα, αφού μας το προτρέπει ο ποιητής, κάτι θα ξέρει.
  • Λοιπόν. Οι πολιτικές εξελίξεις τρέχουν. Είμαι γενικά πολύ μπερδεμένος αλλά η επίσκεψη στην Έβγα του κυρίου Κώστα με έκανε να δω τα πράγματα καθαρά. Ή μάλλον με έκανε να δω πως υπάρχουν κάποιοι που βλέπουν τα πράγματα καθαρά. (Εγώ πάλι, όχι.)
  • Η συζήτηση στην Έβγα είχε ξεκινήσει από πολλή ώρα. Όλοι οι θαμώνες είχαν κάτι να πούνε, και όλα τα θέματα ήταν πλέον τραπέζι: Οι τριακόσιοι του έθνους· οι ψηφοφορίες για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας· οι αιτιάσεις για χρηματισμό· οι κρυφές μαγνητοσκοπήσεις· οι επερχόμενες (από ό,τι φαίνεται) εκλογές· οι απαιτήσεις της τρόικας· η διαγραφή του Ελληνικού χρέους· οι Γερμανικές αποζημιώσεις· η άνοδος της τιμής του πετρελαίου· τα γεωπολιτικά σχέδια του Πούτιν· οι χακερικές επιδόσεις της Βορείου Κορέας· η Μπόκο Χαράμ.
  • Το βασικό μας πρόβλημα όμως είναι ένα, σε αυτό συμφωνούσαν όλοι. Η λύση είναι απλή. Μπροστά στα μάτια μας.
  • Πλήρωσα τη ζάχαρη και περιμένα να ακούσω. Για κάποιο λόγο, όμως, οι πολιτικοί αναλυτές της Έβγας του Κυρίου Κώστα δίσταζαν να μιλήσουν. Τους μπέρδευε η παρουσία μου; Δεν ξέρω. Μην έχοντας άλλη επιλογή τους άφησα και επέστρεψα σπίτι εξ ίσου αδαής με όσο και όταν είχα βγει.
  • Είμαι λοιπόν καθισμένος στην γραφομηχανή της Κυρίας Καίτης και σκέφτομαι. Δίπλα μου η εξαδέλφη διαβάζει ειδήσεις στο τάμπλετ.
  • Η βασική μας εκκρεμότητα, μη νομίζετε πως έχω ξεχάσει, έχει να κάνει με το ηφαίστειο και τους Ισλανδούς. Μπουμπουνίζει το Bárðarbunga ή δεν μπουμπουνίζει και περιμένει τους Ισλανδούς για να μπουμπουνίσει; Καίει η λάβα του ή δεν καίει; Υπάρχει η επιστολή μου ή δεν υπάρχει; Κάνουν τζι τζι τα τζιτζίκια ή δεν κάνουν;
  • Προβληματίζομαι λίγο, αγαπητοί μου, διότι αν το είχα φανταστεί ότι θα χρειαζόμουν τόσες και τόσες επιστολές για να εξηγήσω το αυτονόητο, θα το είχα αποφύγει το θέμα.
  • (Εντάξει, τρόπος του λέγειν “αυτονόητο”. Υπερβολές.)
  • Λοιπόν. Για να δούμε πού βρισκόμαστε. Βουτάω κατευθείαν στα βαθιά νερά.
  • Βρισκόμαστε εκεί που ισχυριζόμουν πως οι οντολογικές αποφάνσεις είναι αδύνατες και πως οι οντότητες για τις οποίες μιλάμε δεν υπάρχουν “αντικειμενικά” παρά μόνο ως έννοιες (ή ονόματα) “στο πλαίσιο ενός μοντέλου ερμηνείας του κόσμου”. Τόνιζα πως είναι το μοντέλο αυτό που “δίνει νόημα” στις έννοιες και “περιγράφει τις αλληλεξαρτήσεις τους με τις άλλες έννοιες του ίδιου μοντέλου”. Οι έννοιες οι ίδιες δεν υπάρχουν.
  • Αυτό έγραφα. Απλό δεν είναι; Απλό.
  • Κι όμως, κάτι μου λέει πως δεν σας έχω πείσει καθόλου. Τις προάλλες ο ανιψιός μου έστειλε με μέιλ ένα απόσπασμα από κάποιον διάλογο στο Facebook που συμμετείχε και ο Κύριος Εκδότης. Παραθέτω χαρακτηριστικό απόσπασμα.
  • “Εμένα πάλι δεν μου το βγάζετε από το νου [μιλάει ο Κύριος Εκδότης] ότι το Bárðarbunga εκρήγνυται ανεξαρτήτως μοντέλων, Ισλανδών ή ερμηνειών. Θεωρώ ότι δύσκολα θα βρεθεί παρατηρητής, οπουδήποτε στο γνωστό ή άγνωστο Σύμπαν, ο οποίος δεν θα νιώσει μια κάποια ενόχληση βουτώντας μέσα στη λάβα.”
  • Μπερδεύομαι. Είπα εγώ ποτέ κάτι τέτοιο; Νομίζει πράγματι ο Κύριος Εκδότης πως κατά τη γνώμη μου αν δεν ξέραμε τι είναι τα ηφαίστεια θα μπορούσαμε κάλλιστα ν’ αρχίσουμε τα μακροβούτια στη λάβα; Βουτάω στα βαθιά νερά είπα, όχι στην λάβα.
  • “Αυτό το ‘κάτι’ [συνεχίζει ο Κύριος Εκδότης] είναι εκεί και κάνει ό,τι ξέρει να κάνει, αδιαφορώντας επιδεικτικά για τους παρατηρητές.”
  • Λοιπόν, για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους: Με τη διατύπωση αυτή δεν διαφωνώ. Καθόλου.
  • Αυτό το “κάτι” είναι πράγματι εκεί και κάνει ό,τι ξέρει να κάνει.
  • Όμως άλλο λέω. Λέω πως εμείς οι άνθρωποι δεν έχουμε ιδέα ούτε τι είναι αυτό το κάτι, ούτε τι κάνει, ούτε τι ξέρει να κάνει. Δεν μπορούμε ποτέ να μιλήσουμε “αντικειμενικά” για το “τι είναι” και “τι δεν είναι”. Εικασίες κάνουμε και περιγραφές. Φτιάχνουμε ερμηνευτικά μοντέλα. Οι οντότητες για τις οποίες μιλάμε δεν υπάρχουν “αντικειμενικά”. Αυτό σημαίνει εκείνη η φρασούλα που έγραψα –και με χαρά ξαναγράφω: “Οι οντολογικές αποφάνσεις είναι αδύνατες.” Τελεία. Παύλα.
  • Αυτό δεν σημαίνει πως κατ’ εμέ ο κόσμος “δεν υπάρχει”. Αυτό έλειπε. Μια χαρά υπάρχει. Ανεξάρτητα και πέρα από ‘μένα, κι από εσάς και από όλους τους άλλους. Όμως, εμείς οι άνθρωποι δεν έχουμε άμεση πρόσβαση στο “πώς είναι” ο κόσμος. Νομίζουμε πως έχουμε αλλά δεν έχουμε. Το μόνο στο οποίο έχουμε πρόσβαση είναι στο πώς τον καταλαβαίνουμε. Αυτή, η ερμηνευτική πρόσβαση στον κόσμο γίνεται πάντα με τη διαμεσολάβηση ενός προκατασκευασμένου εννοιολογικού μοντέλου. “Προκατασκευασμένο”, εδώ, σημαίνει πως δεν το έχω φτιάξει ούτε εγώ, ούτε εσείς, ούτε η μητέρα της εξαδέλφης που είναι Ινδουίστρια. Ούτε καν ο Κύριος Εκδότης, ο πρωτοπόρος αυτός επιστήμων και λοιπά και λοιπά. Όλοι εμείς το έχουμε βρει έτοιμο. Είναι προϊόν μιας εποχής, αλλά όντες όλοι εμείς στην ίδια εποχή δυσκολευόμαστε να δούμε την ιστορικότητά του.
  • Το βασικό ζητούμενο από ένα εννοιολογικό μοντέλο –οποιοδήποτε εννοιολογικό μοντέλο– δεν είναι ούτε η αντικειμενικότητα, ούτε η ορθότητα, ούτε η αλήθεια (whatever that is). Είναι η ερμηνευτική του επάρκεια. Αρκεί να μας επιτρέπει να κατανοούμε το ένα ή το άλλο φαινόμενο με ικανοποιητικό (για μας) τρόπο.
  • Ειδική περίπτωση εννοιολογικών μοντέλων είναι αυτά που ονομάζουμε “επιστημονικά”. Το επιπλέον ζητούμενο από αυτά, πλέον της ερμηνευτικής τους επάρκειας, είναι η εσωτερική συνέπεια. Δεν έχει σημασία τι πιστεύω. Μπορεί εγώ, και όλοι οι άνθρωποι της εποχής μου, να πιστεύουμε πως η Γη είναι στο κέντρο του κόσμου και πως ο Θεός Ήλιος διασχίζει τον ουρανό με το πύρινο άρμα του. Εφόσον πιστεύουμε πως ο Θεός Ήλιος δεσμεύεται από τον ρόλο του κι ότι αύριο θα έρθει με το άρμα του την προβλεπόμενη ώρα ακόμα κι αν έχει πονοκέφαλο ή τον πείραξε το πρωινό, τότε το ερμηνευτικό μας μοντέλο είναι επιστημονικό.
  • Θα με ρωτήσετε, πιθανόν: Δηλαδή υπάρχει ο Θεός ο Ήλιος; Θα σας γελάσω. Για όσους πάντως τον περιμένανε κάθε πρωί να έρθει για να τους φέρει την αυγή, αυτός ερχόταν. Άρα γι’ αυτούς υπήρχε.
  • Το Bárðarbunga υπάρχει; Υποθέτω. Κατά το μέτρο που υπάρχουν Ισλανδοί υπάρχει. Προτού πάνε εκεί οι Ισλανδοί, βεβαίως, δεν υπήρχε. Δεν υπήρχαν ούτε η Ισλανδία ούτε οι Ισλανδοί. Υπήρχε η Θούλη, και κάποιοι έβλεπαν τους καπνούς και πίστευαν πως κάπου εκεί κρυμμένα βρίσκονταν τα εργαστήρια του Ήφαιστου.
  • Καταλαβαίνετε πού το πάω; Μπορεί να μην υπήρχε το Bárðarbunga, αλλά για όσους πήγαιναν κατά κει, αρκούσε να προσέχουν πού πατάνε, και να αποφεύγουν τα μακροβούτια στη λάβα. Λόγω Ηφαίστου, όχι τίποτα άλλο.
  • Πού μας οδηγούν όλα αυτά λοιπόν;
  • Μας οδηγούν εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε τον περασμένο Αύγουστο, όταν αναρωτιόμουν γιατί αποτυγχάνουμε σε όλες μας τις προσπάθειες να φτιάξουμε αλγοριθμικά μοντέλα της ανθρώπινης σκέψης (επιστολή 035).
  • Έγραφα: “Αποτυγχάνουμε γιατί παίρνουμε ως δεδομένο πως η «αντικειμενικότητα», whatever that is, είναι θεμέλιο της ανθρώπινης σκέψης, ενώ δεν είναι παρά προϊόν της προσπάθειάς μας να περιγράψουμε το πώς εμπλεκόμαστε, εμείς οι άνθρωποι, στον κόσμο. Ένα προϊόν ιστορικό.”
  • Εμμένω σε αυτό.
  • Σας αφήνω τώρα γιατί η εξαδέλφη πάει στην κουζίνα να βοηθήσει με τους κουραμπιέδες. Ευκαιρία να διαβάσω στο BBC για την Βόρειο Κορέα και το χάκεμα στη Σόνυ. Μα πού πηγαίνει ο κόσμος μας, μου λέτε;

Σας ασπάζομαι,
Θείος Ακάκιος

Leave a Reply

You must be logged in to post a comment.

Σύνδεση

Αρχείο δημοσιεύσεων