Το προφίλ μας στο Google Plus
0

Σνέιλ Μέιλ — Επιστολή #042

Αγαπητοί μου,

  • Έχω ανοίξει μπροστά μου τη γραφομηχανή και έχω σκοπό να ολοκληρώσω την επιστολή μου μέσα στο ερχόμενο δίωρο. Είμαι αποφασισμένος.
  • Σπανίως μου δίνεται η ευκαιρία το τελευταίο διάστημα να έχω όλο το σπίτι εντελώς στη διάθεσή μου. Πάντα κάποιος είναι κάπου και κάτι κάνει.
  • Χτες, ας πούμε, ήταν όλοι στην κουζίνα, και όλη μέρα φτιάχνανε κοτόπουλο τζαλφρέζι.
  • Σήμερα, εικοστή πέμπτη του μηνού, μου δίνεται μια μοναδική ευκαιρία. Όλοι έχουν φύγει από νωρίς και έχουν κατέβει στο Σύνταγμα για να παρακολουθήσουν την παρέλαση και να δουν από κοντά πώς θα εορτάζονται, πλέον, στη μετά μνημόνιον εποχή, οι εθνικές επέτειοι.
  • Με έψηναν κι εμένα να κατέβω, αλλά δεν μάσησα. Τι μου υποσχέθηκαν δεν λέγεται: λαϊκό γλέντι με παραδοσιακές φορεσιές και χορούς. Νηστίσιμες λιχουδιές από τα ακριτικά χωριά. Στιγμές συλλογισμού και εθνικής ανάτασης. Αναβιώσεις αρχαίων ηθών και εθίμων του λαού μας. Και πάει λέγοντας.
  • Δελεαστικό, δεν λέω, αλλά σαν το κοτόπουλο τζαλφρέζι δεν.
  • Χώρια που από το πρωί βρέχει.
  • Τους πήγα λοιπόν μέχρι την πόρτα με το χαμόγελο στα χείλη. Η πατρική συγκατάβαση και συμπάθεια εναλλάσσονταν στο πρόσωπό μου με την άγρια χαρά μπρος στη συνειδητοποίηση ότι επιτέλους θα έμενα μόνος.
  • Μόνος, με τα απαραίτητα: Γραφομηχανή. WD40. Χαρτί. Καφές. Μπισκότα με μαύρη σοκολάτα. Φάκελος A5. Γραμματόσημα.
  • Λοιπόν, δεν καθυστερώ άλλο, στο προκείμενο.
  • Θέλω να επανέλθω σε ένα θέμα για το οποίο έχω μιλήσει και ξαναμιλήσει από τις σελίδες αυτές.
  • Θα πίστευα πως το θέμα έχει πλέον εξαντληθεί αλλά όχι. Δεν έχει. Όπου και να στραφώ, μπροστά μου το βλέπω.
  • Πρόκειται για το θέμα της παράβλεψης της διαφοράς μεταξύ περιγραφικών και οντολογικών αποφάνσεων ή του τετριμμένου της διάκρισης μεταξύ επιπέδων και μετα-επιπέδων αναφοράς.
  • Θα θυμάστε, ίσως. Αυτά τα είχα πρωτογράψει πριν καιρό (επιστολές #022 και #023), και τα ανέπτυξα περαιτέρω και πιο πρόσφατα στη συζήτηση περί τζι τζι και τζιτζικιών.
  • Το θέμα ωστόσο παραμένει ανεξάντλητο ή έστω μη-εξαντλήσιμο. Σίγουρα πάντως επίκαιρο.
  • Σας λέω, το βλέπω συνεχώς μπροστά μου.
  • Να, για παράδειγμα, έβλεπα χτες στο ΓιουΤιουμπ ένα παλιότερο βιντεάκι (https://www.youtube.com/watch?v=ShD_tCdfYSk) του New Scientist για τα “κρυμμένα επίπεδα της πραγματικότητας”. Πολύ ενδιαφέρον, με όλα του τα καλούδια, για την επιστήμη, την αντικειμενική πραγματικότητα, τη σχετικότητα, την κβαντική διεμπλοκή και πάει λέγοντας, thank you very much.
  • Μέχρι που αρχίζει σε κάποια στιγμή να μιλάει για την αρχή της απροσδιοριστίας, για το ηλεκτρόνιο, και το ότι δεν ξέρουμε πού βρίσκεται, κ.λπ. κ.λπ., μέχρι να μετρήσουμε, κ.λπ. κ.λπ.
  • “Αν όμως εγκαταλείψουμε την ιδέα”, λέει σε κάποια φάση ο παρουσιαστής, “πως είναι στο χέρι μας να αποφασίσουμε πότε και πώς μετράμε, μήπως βγαίνει το συμπέρασμα πως ίσως ήταν προδιαγεγραμμένο να βρεθεί το σωματίδιο εκεί όπου το βρήκαμε; Αυτό βέβαια θα σήμαινε πως δεν υπάρχει τίποτα θεμελιωδώς τυχαίο σε αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα. Όμως θα σήμαινε επίσης ότι δεν υπάρχει ελεύθερη βούληση. Θα ήμασταν αναγκασμένοι να δεχτούμε πως η ελευθερία μας να επιλέξουμε το ένα ή το άλλο δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση, και ότι η συνείδηση δεν είναι παρά ένα πάρεργο των χημικών αντιδράσεων που λαμβάνουν χώρα στον εγκέφαλό μας και που είναι απολύτως προβλέψιμες.”
  • Να τα μααας…
  • Εμ, τά ‘λεγα ‘γώ, άμα κάθονται και γράφουν για πράγματα που δεν ξέρουν κάποια στιγμή θα την πούνε την μπαρούφα τους.
  • Ποια είναι η μπαρούφα;
  • Μα, ποια άλλη από το ότι μπερδεύουν τον φάντη με το ρετσινόλαδο; Τι σχέση έχει το ερώτημα περί ελεύθερης βούλησης στις ανθρώπινες πράξεις, με το ερώτημα για το αν υπάρχει τυχαιότητα στο ερμηνευτικό επίπεδο της κβαντομηχανικής; Καμία. Δεν έχει καμία σχέση.
  • Η ελευθερία που έχουν (ή δεν έχουν) οι άνθρωποι είναι κάτι που βρίσκεται σε εντελώς διαφορετικό επίπεδο από εκείνο της ελευθερίας που έχουν (ή δεν έχουν) τα στοιχειώδη σωματίδια. Το όνομα μόνο μοιάζει γι αυτό και μπερδευόμαστε. Πρόκειται για επίπεδα με εντελώς διαφορετικά πεδία αναφοράς, απολύτως μη αναγώγιμα το ένα στο άλλο.
  • Άλλη ελευθερία η μία, άλλη η άλλη.
  • Αμάν πια.
  • Θα μου πείτε, ΟΚ, κάποιος μπερδεύτηκε, είπε μια μπαρούφα. Εντάξει, δεν έγινε και τίποτα.
  • Θα διαφωνήσω. Το πράγμα δεν είναι τόσο αθώο όσο φαίνεται.
  • Ας πάρουμε τις συζητήσεις για την οικονομική κρίση και την κατάσταση στην Ελλάδα. Ας πάρουμε, συγκεκριμένα, τις αναλύσεις που γίνονται από αριστερή σκοπιά. Αυτές, δηλαδή, που θεωρούν πως όλα όσα συμβαίνουν έχουν κάτι να κάνουν (και) με τις εσωτερικές επιλογές του μεγάλου κεφαλαίου ή τις εγγενείς εσωτερικές αντιφάσεις του καπιταλισμού.
  • Θα γίνω συγκεκριμένος. Παίρνω ένα παράδειγμα πρόσφατο –από τις σελίδες του ίδιου αυτού του περιοδικού που “κρατάτε” στο τάμπλετ σας. Στο εντιτόριαλ του περασμένου τεύχους διαβάζω τα εξής:
  • “[Η κυβέρνηση και τα στελέχη της] μετέτρεψαν το αποτέλεσμα σε αίτιο. Πήραν ένα από τα συμπτώματα της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, τη διαρκή και εντεινόμενη φτωχοποίηση του κόσμου της εργασίας, και το παρουσίασαν σαν αφετηριακή αιτία των προβλημάτων. […] Σας κάνει εντύπωση που προσπαθούν να παρουσιάσουν την κρίση σαν αποτέλεσμα κακής τύχης και κακής διαχείρισης κι όχι σαν εγγενές χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής; […] Σημασία έχει ότι [τα κυβερνητικά στελέχη] στηρίζουν και αυτοί ένα οικονομικό σύστημα που οδηγεί *αναπόφευκτα* στη φτώχεια ολόκληρα εκατομμύρια ανθρώπων.”
  • Θα μου πείτε, τι πρόβλημα έχω με το σχόλιο αυτό; Ή συμφωνώ ή διαφωνώ. Τι άλλο να πει κανείς;
  • Λοιπόν, όχι. Δεν είναι τόσο απλό.
  • Το πρόβλημα δεν είναι αν τα εγγενή χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής οδηγούν *αναπόφευκτα* στη φτώχεια, όπως ισχυρίζεται το κείμενο. Επ’ αυτού μπορούμε να συζητάμε και να διαφωνούμε κατά το δοκούν.
  • Το πρόβλημα που εντοπίζω είναι πιο ύπουλο. Πρόκειται βέβαια για την διαφαινόμενη σύγχυση των πεδίων αναφοράς των όρων που χρησιμοποιούνται στο συλλογισμό.
  • Το βασικό επιχείρημα στο παραπάνω είναι πως, εφόσον ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής κάνει το τούτο ή το άλλο, τότε είναι αδιάφορο το τι αποφασίζουν και τι κάνουν τα στελέχη της μίας ή της άλλης κυβέρνησης: κάθε τους απόφαση και κάθε τους πράξη θα καταλήγει να αποτελεί στήριξη “της διαρκούς και εντεινόμενης φτωχοποίησης του κόσμου της εργασίας” (whatever that is).
  • Το λάθος, λοιπόν, του συλλογισμού –λέω εγώ– έγκειται στο ότι αποσιωπάται (ή περνά απαρατήρητο) πως άλλο πράγμα είναι το επίπεδο στο οποίο δρουν τα υποκείμενα ενός οικονομικού συστήματος (καπιταλιστικού ή άλλου) και άλλο, εντελώς διαφορετικό, το επίπεδο στο οποίο αποκτά νόημα μια συζήτηση περί κυρίαρχων τρόπων παραγωγής και των συμπτωμάτων τους.
  • Το πρώτο είναι ένα επίπεδο που περιλαμβάνει ανθρώπινα ενεργήματα: Περιλαμβάνει αποφάσεις, διλήμματα, συζητήσεις, συγκρούσεις, απειλές, αντιπαλότητες, ανταλλαγές και πάει λέγοντας.
  • Το δεύτερο είναι μετα-επίπεδο του πρώτου. Περιλαμβάνει αφαιρέσεις, μοντέλα, και έννοιες όπως “τρόπος παραγωγής”, “εργατική τάξη”, “κεφάλαιο”, “υπεραξία”, “πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους” κ.λπ. κ.λπ.
  • Όταν μίλησε ο Μαρξ για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, αυτό που έκανε ήταν το εξής: χρησιμοποίησε μια σειρά από τέτοιες αφηρημένες έννοιες, και σχημάτισε ένα περιγραφικό μοντέλο της εσωτερικής λογικής των μυριάδων μυριάδων οικονομικών συμβάντων που ελάμβαναν χώρα δίπλα του. Στόχος του είναι να καταδείξει κάτι.
  • Στον Μαρξ ήταν σαφές πως όταν μιλάμε για “καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής” δεν μιλάμε για μιαν οντότητα του κόσμου τούτου που δρα οικονομικά, όπως μια πολυεθνική ή ένα καρτέλ. Κάνουμε μια περιγραφή των οικονομικών δράσεων στις οποίες συμμετέχει μια πολυεθνική ή ένα καρτέλ.
  • Είναι σφάλμα να μιλάμε ταυτόχρονα για τα πράγματα και τις περιγραφές τους. Ο Μαρξ δεν το έκανε αυτό το σφάλμα. Τα κομμουνιστικά κόμματα συνήθως το κάνουν.
  • Μια άμεση παρενέργεια του συγκεκριμένου σφάλματος είναι η πεποίθηση πως εφόσον γνωρίζουμε (εμείς, δηλαδή το κόμμα) τους νόμους της οικονομίας, τότε οι επιμέρους επιλογές των ανθρώπων παύουν να έχουν σημασία. Στο τέλος καταλήγουμε στο ότι οι ίδιοι οι άνθρωποι δεν έχουν σημασία.
  • Μέγα σφάλμα, συγχωράτε με.
  • Αντίστοιχο με το να λέω πως η εξάλειψη της τυχαιότητας από την κβαντική μηχανική οδηγεί στο συμπέρασμα πως δεν υπάρχει ανθρώπινη βούληση.
  • Αντίστοιχο αλλά πιο επικίνδυνο.
  • Αυτάααα.
  • Με χαρά μου βλέπω πως έχει βγάλει λίγο ήλιο. Αυτό σημαίνει πως θα αργήσουν κι άλλο να επιστρέψουν.
  • Ε ρε γλέντια.

Σας ασπάζομαι,
Θείος Ακάκιος

Leave a Reply

You must be logged in to post a comment.

Σύνδεση

Αρχείο δημοσιεύσεων