Το προφίλ μας στο Google Plus
0

Σνέιλ Μέιλ — Επιστολή #057

Αγαπητοί μου,

  • Έψαχνα να βρω τη λέξη εκείνη που θα περιέγραφε καλύτερα το πώς νοιώθω τώρα που τελειώνει το 2016.
  • Αμφιθυμία. Αυτή είναι η λέξη.
  • Από την μία είμαι καταχαρούμενος που τελειώνει. Να πάει από εκεί που ήρθε και να μην ξανάρθει.
  • Κι από την άλλη με πιάνει σύγκρυο όταν συνειδητοποιώ πως ναι μεν το 2016 τελειώνει, αλλά καταφτάνει το 2016++.
  • Αν νομίζει κανείς πως θα τη βγάλουμε καθαρή κάνει μεγάλο λάθος, αγαπητοί μου. Αλλά δεν θα σας απασχολήσω με αυτά σήμερα. Έχουμε καιρό να τα πούμε και δεν νομίζω πως περιμένατε εμένα και τις επιστολές μου για να σχηματίσετε γνώμη.
  • Σήμερα θα ήθελα να πιάσω το ζήτημα της μνήμης — της ανθρώπινης, όχι της κομπιουτερικής. Ατομικής αλλά και συλλογικής· μνήμης αλλά και λήθης.
  • Είναι ένα ζήτημα που όσο το σκέφτομαι, τόσο πιο πολύπλοκο μου μοιάζει.
  • Θα μου πείτε, κομπιούτορες άνθρωποι, ποια η δυσκολία; Αφού ξέρουμε τι είναι η μνήμη. Δεν ξέρουμε; Δεν είναι ο αποθηκευτικός εκείνος χώρος, στον οποίο καταγράφονται όλα τα δεδομένα που μας αφορούν όπως εμπειρίες, γνώσεις, γεγονότα, σκέψεις κ.λπ., συνυφασμένος με έναν μηχανισμό ανάκλησης που μας δίνει πρόσβαση στα δεδομένα αυτά; Κάτι σαν RAM δηλαδή — ή σαν σκληρός δίσκος; Όχι;
  • Όχι. Δεν είναι τόσο απλό.
  • Όπως αρμόζει σε τέτοια προβλήματα, ας ξεκινήσουμε από τους ορισμούς.
  • Ας πάρουμε ως υπόθεση εργασίας πως τόσο στους κομπιούτορες, όσο και στους ανθρώπους ή στις γάτες, μνήμη είναι πράγματι ο μηχανισμός που επιτρέπει την καταγραφή “δεδομένων” σε κάποιο μέσο, καθώς και την μεταγενέστερη ανάκλησή τους κατά βούληση.
  • Ερώτησις.
  • Πώς ακριβώς κατανοούμε τον όρο “δεδομένο”; Πώς ορίζουμε το “δεδομένο”; Ποια είναι η στοιχειώδης μονάδα δεδομένων στην ανθρώπινη μνήμη; Ή στη γατίσια μνήμη; Στους υπολογιστάδες είναι το bit. Στους ανθρώπους;
  • Σκέφτεται ο επιστήμων — κι απαντάει. Bit και πάλι. Οι νευρώνες είναι ψηφιακοί, κ.λπ. κ.λπ. κ.λπ. Άρα bit.
  • Τα μετρήσανε κιόλας, διάβαζα κάπου. Τι βρήκανε; 2,5 Petabyte βρήκανε. Ήτοι δυόμιση εκατομμύρια γιγαμπάιτ. Αυτή είναι η χωρητικότητα του εγκεφάλου.
  • Ναι, κι εγώ μέτρησα τον ουρανό με τ’ άστρα. Και τι βρήκα; Μια τρύπα στο νερό βρήκα.
  • Έστω πως η ανθρώπινη μνήμη είναι παρόμοια με αυτή των πληροφορικών συστημάτων, κι έστω πως μετριέται σε bit: Πώς εξηγούμε τότε την απλή παρατήρηση ότι δεν συμπεριφέρεται καθόλου σαν τέτοια; Μα καθόλου;
  • Έρχεται ας πούμε τις προάλλες ο ανιψιός και μου δείχνει το καινούργιο του διαβατήριο. Το βλέπω. Το πιάνω στα χέρια μου. Το μυρίζω. Κοιτάζω τη φωτογραφία καλά καλά. Γελάω λίγο. Κοιτάζω την ημερομηνία λήξης.
  • ΟΚ. Ας προσπαθήσω τώρα να ανακαλέσω το συμβάν. Όλα αυτά που σας είπα τα θυμάμαι. Τα ανακαλώ αυτή τη στιγμή που σας γράφω. Ανακαλώ ξεκάθαρα το να πιάνω το διαβατήριο, να το ξεφυλλίζω, να νοιώθω στα δάχτυλα πόσο δύσκαμπτο είναι, καθώς καινούργιο. Για ρωτήστε με, θυμάμαι την ημερομηνία λήξης; Τον αριθμό;
  • Φυσικά και δεν τα θυμάμαι. Και δεν είναι πως έχω πρόβλημα μνήμης. Έχω, αλλά δεν είναι αυτό.
  • Είναι πως οι άνθρωποι τέτοια πράγματα συνήθως δεν τα θυμούνται. Όσους μπορούν και τα θυμούνται τους θαυμάζουμε: “Πω πω, έχει φωτογραφική μνήμη!” λέμε. Εγώ μπορεί να μη θυμάμαι τον αριθμό, αλλά θυμάμαι πώς μυρίζει. Πιάνει αυτό; Και πόσα bit χρειάζονται;
  • Τη βλέπετε λοιπόν την αντίφαση; Από την μία θεωρούμε δεδομένο πως η μνήμη μας, η ανθρώπινη μνήμη, είναι με κάποιον τρόπο σαν του κομπιούτορα, κι από την άλλη δεν μας εκπλήσσει καθόλου πως δεν έχει κανένα από τα χαρακτηριστικά που θα περίμενε κανείς να έχει μια τέτοια μνήμη, π.χ., ακρίβεια, σταθερότητα, ορισμένο μέγεθος, προσβασιμότητα, ταχύτητα και δεν ξέρω τι άλλο.
  • Γιατί επιμένουμε;
  • Να σας πω γιατί: Γιατί η ερμηνεία μας είναι βολική. Γιατί αντικατοπτρίζει το πώς έχουμε μάθει να καταλαβαίνουμε το πώς κινούμαστε στον κόσμο.
    Προσέξτε την διατύπωση. Δεν έγραψα “αντικατοπτρίζει το πώς κινούμαστε στον κόσμο”, αλλά ότι “αντικατοπτρίζει το πώς έχουμε συνηθίσει να καταλαβαίνουμε το πώς κινούμαστε στον κόσμο”.
  • Γενικεύοντας: Η εκάστοτε ερμηνεία μας αντικατοπτρίζει το εκάστοτε τρέχον paradigm — ή “παράδειγμα”. Σήμερα αντιλαμβανόμαστε την μνήμη με όρους πληροφορικών συστημάτων. Πιο παλιά με όρους βιβλίων και ραφιών με βιβλία. Ακόμα πιο παλιά αλλιώς. Στην ουσία, όλο αυτό τον καιρό παραμένουμε σε άγνοια.
  • Αυτό ισχυρίζομαι. Πώς δεν έχουμε ιδέα πώς λειτουργεί η ανθρώπινη μνήμη, και πως αντί να βάλουμε το νιονιό μας να σκεφτούμε, εισάγουμε μοντέλα από άσχετες επιστήμες όπως αυτή των κομπιουτόρων. Και μετά ψάχνουμε να βρούμε γιατί κάτι δεν κολλάει.
  • Ας πάμε στην άλλη πλευρά του ζητήματος: στη συλλογική μνήμη ή, καλύτερα, στη συλλογική αμνησία.
  • Ποια είναι η φύση του μηχανισμού που μας επιτρέπει, σε ανθρώπους και κοινωνίες, να ξεχνάμε;
  • Και πάλι, ας ξεκινήσουμε από τα φαινόμενα. Κυρίως αναφορικά με τις κοινωνίες. Ιδού μερικές από τις σκέψεις μου.
  • Ανά πάσα στιγμή τα δεδομένα της εκάστοτε επικαιρότητας μας απασχολούν έντονα και επιτακτικά. Μετά περνούν σε δεύτερη μοίρα.
  • Αυτή η διαδικασία (της αλλαγής προτεραιότητας) δεν γίνεται αυτόματα.
  • Τα πράγματα δεν φεύγουν από τη συλλογική μνήμη από τη μία μέρα στην άλλη. Δεν ξέρω καν αν καταφέρνουν ποτέ να φύγουν εντελώς. Αλλάζουν, παραμορφώνονται, αλλά νομίζω πως δεν φεύγουν.
  • Στην αρχή τα πράγματα είναι ακόμα ζωντανά. Σπαρταρούν. Χρειάζεται να περάσει καιρός. Χρόνια. Ακόμα και 10 με 15 χρόνια. Εν τέλει τα πράγματα αρχίζουν και ξεθωριάζουν.
    Αρχίζουμε από “κάτι”, από ένα “συμβάν” που όλοι το “ξέρουμε”. Μετά από 15 χρόνια όμως, ο καθένας μας θυμάται κάτι διαφορετικό. Το περίγραμμα του αρχικού συμβάντος γίνεται όλο και πιο ασαφές. Αυτό που θυμόμασταν τόσο καθαρά, αρχίζει σταδιακά και δίνει τη θέση του σε μια περιγραφή του περί τίνος επρόκειτο. Η αλλαγή αυτή είναι αδιόρατη αλλά συνεχής.
  • Μέσα σε 30-35 χρόνια έχουν ξεχαστεί όχι μόνο το ίδιο το συμβάν και οι λόγοι που το είχαν καταστήσει επίκαιρο, αλλά και οι διαφορετικοί βαθμοί ασάφειας με τους οποίους το ανακαλούσαν όσοι ακόμα το θυμόντουσαν μέχρι κάποια στιγμή. Μένουν μόνο οι περιγραφές.
  • Μετά από τριάντα χρόνια, το αρχικό συμβάν, το κάθε συμβάν, έχει αντικατασταθεί από μια περιγραφή του τι υπήρξαν κάποτε αυτά τα συμβάντα.
  • Μετά από τριάντα χρόνια δεν σκεφτόμαστε πλέον μόνο του το αρχικό συμβάν που κάποτε είχε λάβει χώρα, αλλά βάζουμε μαζί όλα τα άλλα διάφορα συμβάντα της ίδιας εποχής. Η συζήτηση για το συμβάν γίνεται συζήτηση για την εποχή που έλαβε χώρα το συμβάν. Εποχή που συζητούμε για το αν ήταν ηρωική ή πανέμορφη ή τερατώδης ή τραγική ή προδοτική ή ντροπιαστική ή κακόγουστη ή ό,τι άλλο, τέλος πάντων.
  • Πρόκειται για μια συζήτηση που έχει λίγη ως ελάχιστη σχέση με το αρχικό “κάτι”, και είναι πλέον αξιολογική.
  • Και τότε γίνεται το εξής ενδιαφέρον: Από τη στιγμή που υπεισέρχονται αξιολογικοί όροι, ξεχωρίζουν και στρατόπεδα. Οι μεν και οι δε. Οι Πράσινοι και οι Βένετοι.
  • Φυσικά και δεν επρόκειτο ποτέ να συμφωνήσουμε όλοι στο πώς σκεφτόμαστε το ένα ή το άλλο συμβάν ή τη μία ή την άλλη εποχή. Ενώ όμως στην αρχή υπήρχαν τόσες διαφωνίες όσοι περίπου ήμασταν εμείς που το θυμόμασταν, μετά από τα 30-35 χρόνια οι επί μέρους διαφορές ξεθωριάζουν και καταλήγουμε οι μισοί να το θυμόμαστε μαύρο και οι άλλοι μισοί άσπρο.
  • Παράδειγμα; Λέμε σήμερα για τη δεκαετία του 80. Μέχρι και έκθεση θα διοργανωθεί στην Τεχνόπολη. Η δεκαετία του 80, η σημαντική δεκαετία, κ.λπ. κ.λπ. κ.λπ.
    Ε λοιπόν ρωτήστε κι εμένα, και θα σας πω τη γνώμη μου. Αρχίζω.
  • Πιο καρακίτς δεκαετία δεν υπήρξε. Τα κορίτσια κυκλοφορούσαν με βάτες λες και ήταν η Τζόαν Κόλινς της Δυναστείας. Τα αγόρια είχαν “υπέροχα” μαλλιά λες και τραγουδούσαν στους Μίλι Βανίλι. Τα βιντεοκλάμπ ήταν φορτωμένα παραλλαγές του Ρόδα Τσάντα και Κοπάνα.
  • Έιτις. Μπούρδες.
  • Δεν συμφωνείτε, το ξέρω. Αλλά αυτό εννοώ.
  • Πάμε πιο πίσω. Προσθέστε άλλα 30-35 χρόνια και αυτή η δεύτερη, αξιολογικώς φορτισμένη περιγραφή, δίνει τη θέση της σε κάτι “τρίτο”, το οποίον πλέον έχει ελάχιστη ή μηδενική σχέση με το πρώτο συμβάν. Συνοδεύεται όμως από πολλαπλάσια αξιολογική φόρτιση.
  • Η Κατοχή, ας πούμε. Όσοι την έζησαν, την έζησαν. Κάποιοι από αυτούς ζούνε ακόμα. Ό,τι θυμούνται, θυμούνται.
  • Όλοι μαζί, όμως, πιστεύουμε σήμερα πως ζούμε “σε κατοχή”. Όπως στην κατοχή, σου λέει ο άλλος. Τσολάκηδες, γερμανοτσολιάδες, κομμουνιστοσυμμορίτες, σταλινικοί, εμφύλιος, κυβερνήσεις βουνού, ναζί, δεκεμβριανά, ο Σκόμπι, η Βάρκιζα, οι δωσίλογοι, η ΟΠΛΑ, οι εχθροί του έθνους, οι Νέοι Παρθενώνες, μπλα μπλα, μπλα μπλα μπλα.
    Όλα αυτά βέβαια έχουν μικρή ως ελάχιστη σχέση με τα αρχικά συμβάντα. (Και πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς, άλλωστε;) Νομίζουμε πως αναφερόμαστε σε πράγματα που κάποιοι έστω τα θυμούνται, αλλά στην ουσία αναφερόμαστε σε συνοπτικές περιγραφές των φίλτρων με τα οποία διαβάζουμε την πραγματικότητα. Ο ένας βλέπει παντού εχθρούς του έθνους. Ο άλλος βλέπει καπιταλιστές και γερμανοτσολιάδες.
  • Και μη νομίζετε πως πρόκειται για ελληνική εξαίρεση. Κοτζάμ Ευρώπη, κοτζάμ κόσμος, μια από τα ίδια. Σας το είχα πει, προ καιρού. Διαβάστε Τολστόι.
  • Και να’ μαστε, παραμονές του 2016++ να φοράμε όλοι περιχαρείς τις καλύτερές μας παρωπίδες (και τα καλύτερά μας περιβραχιόνια), προετοιμαζόμενοι να επαναλάβουμε όλα εκείνα τα λάθη που ξέρουμε πια μια χαρά πώς να τα ξανακάνουμε. Έτσι, για το γούστο.
  • “Πρώτη φορά που μου ξανασυμβαίνει”, που λέει και το ανέκδοτο.
  • Αλλά δεν πρόκειται για ανέκδοτο.
  • Καλή χρονιά, λοιπόν, αγαπητοί μου, αλλά μη τσιμπάτε.
  • Δεν.

Σας ασπάζομαι,
Θείος Ακάκιος

Leave a Reply

You must be logged in to post a comment.

Σύνδεση

Αρχείο δημοσιεύσεων