Το προφίλ μας στο Google Plus
1

Σνέιλ Μέιλ — Επιστολή #059

Αγαπητοί μου,

  • Ήμασταν που λέτε το πρωί όλοι καθ’ όλα έτοιμοι, με το κλειδί στο χέρι και όλα τα συμπράγκαλα: βαλίτσες, βαλιτσόπουλα, κουτιά, σακ-βουαγιάζ, ταπεράκια, σακούλες, βατραχοπέδιλα, αντηλιακό. Θα φεύγαμε για το σταθμό του ΚΤΕΛ αλλά κάτι έλειπε, το ένοιωθα, και δεν ήξερα τι.
  • Το κατάλαβα με το που κλειδώναμε την πόρτα. “Αμάν!”, φώναξα, “η γραφομηχανή!”
  • “Μα τι την θέλεις την γραφομηχανή;” να ρωτάει εκνευρισμένη η μητέρα της εξαδέλφης, που είναι ινδουίστρια. “Τόσους μήνες την είχες να σκονίζεται. Τι σε έπιασε τώρα;”
  • Να σας πω την αλήθεια, πραγματικά δεν ξέρω κι εγώ τι με έπιασε. Κάποιο προαίσθημα, ίσως; Γιατί ––σύμπτωση άραγε;– με το που μπαίνουμε στο λεωφορείο μου στέλνει φιρμάνι ο Κύριος Διευθυντής, πως καλό θα ήταν να του έχω ετοιμάσει την επιστολή πριν τελειώσει ο μήνας.
  • Έτσι λοιπόν, να ‘μαστε στο Πόρτο Γερμενό, έτοιμοι να απολαύσουμε τις πρώτες στιγμές των φετινών μας διακοπών, κι εγώ στον βρεγμένο πάγκο με τη γραφομηχανή.
  • Ο πάγκος βρεγμένος γιατί προ ολίγου είχαμε μίαν ακόμα καλοκαιρινή νεροποντή, σαν αυτές που συνηθίζει φέτος τον Ιούλιο.
  • Λοιπόν, αυτό φέτος με τις νεροποντές μου θύμισε το καλοκαίρι του 2002. Δεν ξέρω αν το θυμάστε.
  • Κάθε πρωί χαρά Θεού. Ήλιος, τζιτζίκια, καύσωνας. Κάθε μεσημέρι, γύρω στις 3, ο ουρανός σκοτείνιαζε, μαζεύονταν από το πουθενά κάτι απίστευτα σύννεφα, κατράμι, και ξεκίναγε μια απίστευτη μπόρα. Κάθε μέρα. Για μισή ώρα, όχι παραπάνω. Κατά τις 4 ο ήλιος ήταν και πάλι ψηλά στον ουρανό. Σύννεφα πουθενά. Μόνο στους δρόμους και τα πεζοδρόμια έβλεπες τις πηγάδες με το νερό και θυμόσουν πως προ ολίγου μόλις γινότανε χαμός.
  • Το πράγμα συνεχίστηκε για εβδομάδες. Αν θυμάμαι καλά μας είχε πάει έτσι μέχρι τον Αύγουστο. Είχαμε όλοι σαστίσει. Είχα έναν φίλο ειδικά που το φαινόμενο τον είχε προβληματίσει πολύ.
  • “Δεν μπορεί να είναι τυχαίο”, μου έλεγε. “Πώς μπορεί να είναι τυχαίο; Μα κάθε μεσημέρι; Την ίδια ώρα; Ραντεβού έχουν τα σύννεφα; Διαβασμένος άνθρωπος, δεν το βλέπεις πως δεν μπορεί να είναι τυχαίο;”
  • “Ε, και τότε τι;” του έλεγα εγώ. “Αν δεν είναι τυχαίο τι είναι;”
  • “Εμ, εδώ σε θέλω”, ερχόταν η απάντηση. Αλλά δεν μου έλεγε. Ή δεν ήξερε ή δεν έλεγε.
  • Δύο χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 2004, πάνω που ετοιμαζόμουν να φύγω για να βρω τον ανιψιό στο Λονδίνο (και να αποφύγω τους Ολυμπιακούς), μου τα αποκάλυψε όλα.
  • Οι προγραμματισμένες βροχές του Ιουλίου 2002, ξεκίνησε να μου λέει, ήταν μέρος ενός σχεδίου των Αμερικάνων. Οι Αμερικάνοι διαθέτουν εδώ και δεκαετίες υψηλή τεχνολογία ελέγχου των μετεωρολογικών φαινομένων, αυτό είναι γνωστό. (Είναι; Έστω.) Οι συγκεκριμένες καταιγίδες ήταν προγραμματισμένες, ως μέρος της προσπάθειάς τους να εκφοβίσουν τις Ελληνικές Αρχές εν όψει των Ολυμπιακών Αγώνων. Οι Αμερικάνοι μας έδειχναν ποιος κάνει κουμάντο. Μας προειδοποιούσαν ότι, αν δεν συνεργαστούμε, έχουν την τεχνολογία να τα κάνουν όλα μαντάρα, από μετεωρολογικής πλευράς, και να οδηγήσουν τους Ολυμπιακούς σε αποτυχία.
  • Τον ευχαρίστησα που μοιράστηκε μαζί μου αυτή του την θεωρία και μπήκα γρήγορα γρήγορα στο αεροπλάνο.
  • Έφυγα για να πάω σε μια άλλη χώρα όπου οι καθημερινές βροχές τον Ιούλιο είναι συνηθισμένο φαινόμενο και δεν χρειάζεται να καταφύγεις σε, χμμ, τολμηρές ερμηνείες με μυστικές υπηρεσίες, βλοσυρούς επιστήμονες, σκοτεινά συμφέροντα και συγκεκαλυμμένες απειλές.
  • Καθισμένος νωρίτερα σήμερα στο λεωφορείο, έχοντας μόλις λάβει το φιρμάνι για την καινούργια επιστολή, και εντυπωσιασμένος από την σύμπτωση να έχω ψάξει να βρω τη γραφομηχανή πριν φύγουμε (σύμπτωση πράγματι;), αναλογιζόμουν για τους λόγους που μας κάνουν επιρρεπείς στους πλεκτανολογικούς μαιάνδρους.
  • Το θέμα έχει κάποιο ενδιαφέρον και θα άξιζε ο κόπος να το δούμε από λίγο πιο κοντά.
  • Λοιπόν, το φαινόμενο δεν μπορεί να εξηγηθεί αν δεν έχουμε πρώτα αναγνωρίσει ένα άλλο συνοδευτικό διανοητικό φαινόμενο, που μάλλον προηγείται. Θα το ονόμαζα fuzzy pattern recognition.
  • Πρόκειται για το φαινόμενο εκείνο που επιτρέπει στους μετεωρολόγους, ας πούμε, να ταξινομούν τα σύννεφα. Αν δεν ξέρεις από αυτά, όλα τα σύννεφα μοιάζουν ίδια. Λίγο πιο μαύρα, λίγο πιο άσπρα. Αλλά κατά βάση ίδια.
  • Όμως στην πραγματικότητα τα σύννεφα έχουν ξεκάθαρα ονόματα (θύσανοι, σωρείτες, στρώματα, σωρειτομελανίες κ.λπ. κ.λπ.), και οι μετεωρολόγοι έχουν λίγο πολύ σαφείς θεωρίες που εξηγούν και το γιατί λέγονται έτσι και το πώς έχουν σχηματιστεί.
  • Η γνώση αυτή δεν κατακτήθηκε από τη μία μέρα στην άλλη. Χρειάστηκαν δεκαετίες συζητήσεων κατά τον δέκατο ένατο αιώνα, προκειμένου να συμφωνήσουν οι ενδιαφερόμενοι για τα σημαντικά χαρακτηριστικά των σύννεφων και την ονοματολογία τους. Εδώ κολλάει αυτό που ονόμασα pattern recognition. Οι μετεωρολόγοι περιμένουν να δουν, και αναγνωρίζουν όταν βλέπουν, συγκεκριμένα pattern: θυσάνους, σωρείτες και λοιπά. Στην αρχή όμως συζητούσαν, και πολλές φορές διαφωνούσαν, για το ποιο ακριβώς είναι το pattern. Εξ ου και το fuzzy.
  • Fuzzy pattern recognition, λοιπόν.
  • Αλλά δεν θα αρκούσε αυτό. Για να επινοηθεί η μετεωρολογία χρειάζεται να έχει ήδη γίνει ένα ακόμα διανοητικό βήμα. Χρειάζεται να έχει γίνει αποδεκτή η ιδέα πως ο κόσμος και τα παρατηρούμενα σε αυτόν φαινόμενα υπακούουν σε κάποιο είδος λογικής.
  • Αυτή η ιδέα βρίσκεται στην καρδιά κάθε επιστημονικής δραστηριότητας. Για κάθε φαινόμενο ή αντικείμενο που η επιστήμη μελετά, υπάρχει η πεποίθηση πως κάπου υπάρχει κάποια εξήγηση, ισχύει κάποιος νόμος. Γι’ αυτό και τα μελετάμε άλλωστε. Αν πραγματικά πιστεύαμε ότι το τάδε ή το δείνα φαινόμενο είναι απολύτως τυχαίο, δεν θα τα μελετούσαμε καθόλου. Δεν θα άξιζε ο κόπος.
  • Αυτό ισχύει ακόμα και για τα χαοτικά φαινόμενα. Και εδώ η πεποίθηση είναι πως, πίσω από το εμφανές χάος, υφίσταται κάποια λογική.
  • Η επιστημονική έρευνα, λοιπόν, ξεκινάει από την πεποίθηση (αξίωμα) πως ο κόσμος είναι ερμηνεύσιμος, συνεχίζει με fuzzy pattern recognition, και καταλήγει στον προσδιορισμό των σημαντικών μεγεθών και παραμέτρων του εκάστοτε φαινομένου, των σχέσεών τους και των νόμων που διέπουν αυτές τις σχέσεις. Καρπός της επιστημονικής έρευνας είναι ένα κατά το δυνατόν αντιπροσωπευτικό μαθηματικό μοντέλο του υπό μελέτη φαινομένου.
  • Οι ιουλιάτικες καταιγίδες του 2002 δεν αποτελούσαν αίνιγμα για τους μετεωρολόγους. Η ερμηνεία ήταν απλή και είχε κάτι να κάνει με τις μετακινήσεις αέριων μαζών από το βορρά, τις προϋπάρχουσες (και αναμενόμενες για την εποχή) υψηλές θερμοκρασίες στην Ελλάδα, τους αντικυκλώνες λόγω της διαμόρφωσης του εδάφους κ.λπ. κ.λπ.
  • Ο φίλος μου όμως αδιαφορούσε για όλα αυτά. Δεν του αρκούσε η μετεωρολογική εξήγηση του φαινομένου. Έψαχνε να βρει την κρυφή πρόθεση. Έψαχνε να αποκαλύψει την πλεκτάνη.
  • Πώς μπορούμε να το καταλάβουμε αυτό;
  • Αυτή η ιδέα, πως ο κόσμος υπακούει σε κάποιο είδος λογικής, η οποία μπορεί να περιγραφεί με την βοήθεια μεγεθών, παραμέτρων, νόμων κ.λπ., δεν είναι τόσο αυτονόητη όσο φαίνεται. Βασίζεται με την σειρά της σε μιαν ακόμα παραδοχή: πως τα μεγέθη και οι παράμετροι του κόσμου αυτού μπορούν να μετρηθούν –να αντιστοιχηθούν, δηλαδή– σε αριθμούς ή σε σειρές αριθμών σε κάποια κλίμακα. Χωρίς αυτή την δεύτερη παραδοχή, οι επιστημονικοί νόμοι όπως, για παράδειγμα, ο νόμος της επιτάχυνσης (F = m x γ) ή οι εξισώσεις του Einstein (E = m x c^2), θα ήταν κενοί περιεχομένου.
  • Πρόκειται για μία από τις δύο σημαντικότερες διαφορές μεταξύ της νεωτερικής επιστήμης (της επιστήμης από τον Γαλιλαίο και μετά) και της επιστήμης των αρχαίων Ελλήνων. Οι αρχαίοι ημών δεν ενδιαφέρονταν για τη μέτρηση των μεγεθών, αλλά για την σύγκριση και το ποιόν τους. Δεν τους ενδιέφερε το “πόσο”. Τους ενδιέφερε το περί τίνος πρόκειται. Το αν είναι μεγαλύτερο ή πιο μικρό. Το αν είναι βαρύτερο ή πιο ελαφρύ.
  • Παράδειγμα; Η γεωμετρία. Τα εργαλεία του γεωμέτρη ήταν ο χάρακας και ο διαβήτης, όχι το μοιρογνωμόνιο ούτε το υποδεκάμετρο. Το εργαλείο του μηχανικού ήταν ο ζυγός. Δεν σου έλεγε ποιο είναι το βάρος κάποιου πράγματος. Σου έλεγε ποιο από δύο πράγματα είναι βαρύτερο.
  • Αυτή είναι η μία διαφορά.
  • Η δεύτερη θεμελιώδης διαφορά της αρχαίας επιστήμης από τη νεωτερική είχε να κάνει με την αντίληψή της για τον ίδιο τον κόσμο. Κατά τους αρχαίους ο κόσμος δεν ήταν ενιαίος. Άλλα πράγματα ίσχυαν ψηλά στον ουρανό, και άλλα πάνω στην Γη. Ο κόσμος των ουράνιων σωμάτων ήταν κατά τους αρχαίους άπειρος, αρμονικός, αέναος, αμετάβλητος. Ο επίγειος κόσμος από την άλλη ήταν προσωρινός, ατελής, πεπερασμένος, μεταβαλλόμενος.
  • Για τους αρχαίους, όλες οι μεταβολές στον επίγειο κόσμο (σαφής απόδειξη της ατέλειάς του) γίνονται επειδή κάτι τις προκαλεί. Υπάρχουν αιτίες και υπάρχουν αποτελέσματα. Οι μεταβολές διαρκούν επί όσο χρειάζεται μέχρι να επιτευχθεί ξανά η ισορροπία που διαταράχτηκε από τον άλφα ή το βήτα λόγο. Η πέτρα, για παράδειγμα, θα κατρακυλήσει επειδή την κλώτσησες, αλλά αμέσως θα βρει κάπου να ηρεμήσει. Θα μείνει εκεί μέχρι να την κουνήσει κάτι άλλο. Αν δεν την κουνήσει δεν θα κουνηθεί. Πίσω από κάθε μεταβολή υπάρχει μια πρόθεση.
  • Στον ουρανό, από την άλλη, δεν υπάρχουν μεταβολές. Τα αστέρια, ο ήλιος, το φεγγάρι, κινούνται με αιώνια περιοδικότητα στις τέλειές τους τροχιές. Οι πλανήτες περιφέρονται ανάμεσά τους κατά συγκεκριμένους τρόπους. Κοιτάς τον ουρανό και είναι πάντα ο ίδιος. Ο ουράνιος κόσμος δεν μεταβάλλεται, δεν κρύβει εκπλήξεις, είναι τέλειος.
  • Ο κόσμος στα μάτια της αρχαίας επιστήμης ήταν πολύ διαφορετικός από τον κόσμο στα μάτια του Γαλιλαίου και της νεωτερικής επιστήμης. Η αρχαία επιστήμη ήταν απολύτως και θεμελιωδώς ασύμβατη με την νεωτερική. Καμία από τις δύο δεν ήταν καλύτερη ή χειρότερη. Είναι διαφορετικές. Μιλάνε για διαφορετικά θέματα, θέτουν διαφορετικές ερωτήσεις, και ψάχνουν για διαφορετικού τύπου απαντήσεις.
  • Μεταξύ της αρχαίας και της νεωτερικής επιστήμης υπήρξε ρήξη, ρήξη την οποία προκάλεσε άθελά του ο Γαλιλαίος στην προσπάθειά του να απαγκιστρωθεί από τους περιορισμούς του Καθολικού Δόγματος. Βλέπετε, η αρχαιοελληνική διάκριση μεταξύ επίγειου και ουράνιου κόσμου βόλευε μια χαρά την Εκκλησία: ο ουράνιος κόσμος, ο κόσμος του Θεού και των αγγέλων, διατηρούσε την τελειότητά του, ενώ ο επίγειος, ένας κόσμος ατελής και περιορισμένος, εξηγούσε και τη ροπή του ανθρώπου προς την αμαρτία αλλά και την αναγκαιότητα για την τελική κρίση. Ο Γαλιλαίος όμως ήθελε τη Γη να υπακούει στους ίδιους νόμους με αυτούς που υπάκουαν και τα ουράνια σώματα. Εξ ου και το “Και όμως, κινείται” που θα έχετε ακούσει, δεν μπορεί.
  • (Γκουγκλ.)
  • Ας σχολιάσω, παρεμπιπτόντως, πως η επιστήμη δεν προχώρησε ποτέ πάνω σε μιαν ευθεία ολοένα και πληρέστερης γνώσης, ενώ και το τελικό διακύβευμα της επιστημονικής έρευνας δεν ήταν ποτέ η αλήθεια ως αλήθεια — whatever that means. Αυτό καλό είναι να το θυμόμαστε όποτε μας ζαλίζουν τα αφτιά για την επιστημονική πρόοδο και για τα επιτεύγματα της τεχνολογίας. Θα μου επιτρέψετε, ωστόσο, αγαπητοί μου, να μην επεκταθώ. Next time.
  • Ξεκίνησα να μιλάω για τους πλεκτανολόγους, και κατέληξα να μιλάω για την επιστημονική μέθοδο και για τις διαφορές αρχαίας από νεωτερική επιστήμη. Δεν ήταν τυχαίο (!). Το αντίθετο μάλιστα.
  • Η βασική ιδέα κάθε πλεκτανολογικής προσέγγισης είναι ακριβώς αυτό, πως τα πράγματα “δεν είναι τυχαία”. Όπως ακριβώς ο επιστήμονας έτσι και ο πλεκτανολόγος, σκύβουν πάνω από τα φαινόμενα και προσπαθούν, με τη βοήθεια της μεθόδου που περιέγραψα ως fuzzy pattern recognition, να κάνουν δύο πράγματα: να προσδιορίσουν τα σημαντικά μεγέθη και τις παραμέτρους του φαινομένου, και να διακρίνουν τις σχέσεις με τις οποίες συνδέονται.
  • Αντίθετα από τους επιστήμονες, ωστόσο, που αρκούνται στην πεποίθηση πως ο κόσμος υπακούει σε κάποια λογική και επιζητούν να διατυπώσουν τους νόμους αυτής της λογικής, κάποιοι άλλοι, εκείνοι που τώρα περιγράφω ως πλεκτανολόγους, θεωρούν πως τα φαινόμενα του κόσμου τούτου ενέχουν ένα “διότι” ή ένα “προκειμένου να” — δηλαδή μια πρόθεση.
  • Όπως ο φίλος για τον οποίο σας έλεγα. Δεν του αρκούσε η μετεωρολογική ερμηνεία των καθημερινών εκείνων καταιγίδων το καλοκαίρι του 2002. Έψαχνε να βρει ποιος τις σχεδίασε και ποιόν ωφελούν.
  • Θα μπορούσε κανείς να πει πως οι πλεκτανολόγοι, εν αγνοία τους, βρίσκονται με το ένα πόδι στην νεωτερική και με το άλλο στην αρχαία επιστήμη. Δεν τους αρκεί η επιστημονική περιγραφή. Ψάχνουν να βρουν και την πρόθεση.
  • Ίσως εκεί να έγκειται το ζήτημα.
  • Ίσως σε όλους μάς αρέσει να φανταζόμαστε πως για ό,τι συμβαίνει υπάρχει πρόθεση.
  • Ίσως μας καθησυχάζει αυτό, και κάνει τη ζωή μας να μοιάζει λιγότερο τυχαία.
  • Αλλά ας το αφήσω και αυτό για την άλλη φορά.

Σας ασπάζομαι,
Θείος Ακάκιος

One Response to “Σνέιλ Μέιλ — Επιστολή #059”

  1. DeMaio | 02/08/2017 at 23:33

    Θείε.
    Χαρά στην υπομονή σου. Και στην ψυχραιμία σου.
    Σε ζηλεύω.

Leave a Reply

You must be logged in to post a comment.

Σύνδεση

Αρχείο δημοσιεύσεων